Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Ο καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Βουλτσίδης λέει ...


Η δισέλιδη συνέντευξη του Θρακιώτη καραγκιοζοπαίχτη στον Χρήστο Παρίδη για τον Καραγκιόζη - και όχι μόνο - που δημοσιεύθηκε στην "Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία"



Ο Καραγκιόζης σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, σατιρίζει και απομυθοποιεί, τη ζωή, τους ανθρώπους, τα πλούτη και τη φτώχεια τους, το σεράι και την καλύβα, τρώει ξύλο, αλλά επανέρχεται με την ίδια αφέλεια ή και θράσος στην καθημερινή πάλη της επιβίωσης. Ισως γι' αυτό παρέμεινε για χρόνια η αγαπημένη διασκέδαση μικρών και μεγάλων, τόσο στις φτωχογειτονιές όσο και στα σπίτια των νοικοκυραίων.


Μίλησε όλες τις γλώσσες της λεκάνης της Μεσογείου, στην Ελλάδα διέπρεψε ιδιαίτερα, τον υπηρέτησαν σπουδαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, αγαπήθηκε ακόμα και μέσα από την τηλεόραση. Ο Γιάννης Βουλτσίδης είναι ένας από τους τελευταίους -αλλά ας ελπίζουμε όχι ο τελευταίος- μιας μεγάλης παράδοσης καραγκιοζοπαιχτών. Εκτισε στην ακριτική Θράκη το μεγαλύτερο θέατρο σκιών στην Ελλάδα, έχει γράψει βιβλία «περί Καραγκιοζοπλεχτικής», διασκεύασε λογοτεχνία για το πανί, εκδίδει τα σενάριά του για να παίξουν τα παιδιά. Μπολιάζει την τέχνη του με νέες ιδέες και σύγχρονες ιστορίες. Μόλις λίγες μέρες αφότου μας παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί, η UNESCO ανακήρυξε τον Καραγκιόζη τουρκικής καταγωγής. Κατά παράξενη σύμπτωση αύριο, 26 Σεπτεμβρίου, ο Καραγκιόζης του ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη, με τίτλο Ο Καραγκιόζης στην Ουνέσκο, στη γιορτή Γλωσσών και Τεχνών, που θα γίνει στην Πόλη! Σήμερα, μας εξηγεί την πορεία του αγαπημένου και διαχρονικού ήρωα, και πως δεν μπορεί να είναι κτήμα κανενός.



ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Τι ξέρουμε για την προέλευση του θεάτρου σκιών και ειδικότερα για τον Καραγκιόζη;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΤΣΙΔΗΣ: Στην κουλτούρα των λαών η σκιά πάντα έπαιζε έναν πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί είναι το ήμισυ του φωτός, σαν να λέμε το ήμισυ της ύπαρξής μας, γι' αυτό και ο λαός κάνει συχνά επίκληση της σκιάς σε εκφράσεις καθημερινές. Στον Πλάτωνα υπάρχουν αναφορές για χρήση της σκιάς σε ένα σπήλαιο, και στον Παυσανία έχουμε μαρτυρίες για δρώμενα με σκιά στα Καβείρεια μυστήρια στη Σαμοθράκη. Αλλά και στα Ελευσίνια οι ιερείς χρησιμοποιούσαν τη σκιά στην αναπαράσταση του ιερού δράματος της Περσεφόνης και της Δήμητρας. Στην Ταϊλάνδη και στην Κίνα ξεκίνησε επίσης σαν θρησκευτικό δρώμενο, σαν ένα ξύπνημα των προγόνων. Οι σκιές ήταν οι πρόγονοι με τους οποίους έκαναν διάλογο αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση, κάτι σαν χοές γι' αυτούς που πέθαναν. Στην πορεία, και σχεδόν παράλληλα με την Ινδία, έμεινε πίσω το τελετουργικό και έφτιαξαν ιστορίες της καθημερινότητας. Ακολουθώντας τον δρόμο του μεταξιού, έφτασε στην Περσία, μετά στην Αίγυπτο, κι εκεί ο πέρσης Σεΐχης Κιουστερί τον 16ο αιώνα στο Κάιρο, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παίζει τον πρώτο Καραγκιόζη. Από εκεί τον πήρε ο Σελίμ ο Α' και τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι καραγκιοζοπαίχτες ακόμα και σήμερα κάνουν επίκληση του ονόματός του, πριν από την παράσταση. Τον ίδιο τον μπερντέ τον αποκαλούν «Μεϊντάν Κιουστερί», δηλαδή πλατεία Κιουστερί. Η Πόλη τότε είχε τα διάφορα μιλιέ, τουρκικό, ελληνικό, εβραϊκό, τσιγγάνικο, αρμενικό, αραβικό, και το καθένα έπαιζε τον δικό του Καραγκιόζη, κι ακολουθώντας την παλιά Εγνατία οδό, έφτασε μέχρι το Δυρράχιο. Μέχρι πριν από εκατό χρόνια είχαν και οι Αλβανοί, όπως και οι Βούλγαροι, Καραγκιόζη.


Χ.Π.: Πόσο διαφέρει ο ελληνικός Καραγκιόζης από τον τουρκικό;

Γ.Β.: Σήμερα στην Τουρκία δεν υπάρχει ανάπτυξη του Καραγκιόζη, παρά μόνον ως μια τουριστική ατραξιόν, και στηρίζεται από το υπουργείο Εξωτερικών. Πάντως, σε αντίθεση με τον δικό μας, δεν είναι ξυπόλητος, αλλά πολύ καλά ντυμένος, όπως όταν ο Τούρκος πάει στο τζαμί. Ο δικός μας είναι λίγο ρεμπέτης, δεν νοιάζεται για τα μπαλώματά του, είναι μεσογειακός. Από 'κεί και πέρα η ουσία είναι κοινή. Το ανατρεπτικό πνεύμα, ο αυτοσαρκασμός, η διάθεση ανεξαρτησίας, το να σπάσει τους παγωμένους κώδικες, να μην αφήσει τον άλλον σε πολιτικό, κοινωνικό ή γλωσσικό επίπεδο να περάσει τον ιμπεριαλισμό του! Ολα αυτά τα συναντάς και στον τουρκικό, και στον αιγυπτιακό, και στον αλγερινό Καραγκιόζη. Βέβαια κάθε λαός, ανάλογα με την ιδιοσυστασία του, δίνει τη δικιά του νότα. Εμείς εδώ έχουμε έναν Καραγκιόζη φιλοσοφημένο, μια ξυπόλυτη αριστοκρατία. Στοιχεία που παραπέμπουν στην αρχαία τραγωδία και στο δημοτικό τραγούδι. Τουλάχιστον ο Καραγκιόζης των δεκαετιών '50, '60, '70 που, όπως έλεγε ο Τσαρούχης, συμβόλιζε τον λαό. Εναν λαό που ήξερε να αξιοποιεί το ελάχιστο, που ήξερε να φτιάξει το καλύβι του, και μ' έναν βασιλικό και μια κληματαριά έφτιαχνε ποίημα. Ενας πραγματικός αριστοκράτης.


Χ.Π.: Τι εκπροσωπεί ο Καραγκιόζης;

Γ.Β.: Μάχεται για τα ίδια πράγματα που μάχεται ο Προμηθέας ή ο Κατσαντώνης, αλλά με μέσο το γέλιο, το διαβρωτικό χιούμορ. Δεν μαζεύει τη γλώσσα του, γι' αυτό και την πληρώνει. Γι' αυτό έχει και καμπούρα, όπως είχε ο Αίσωπος και ο Ναστραντίν Χότζας. Στοιχεία αυξητικά και συμβολικά, με καταβολές από την αρχαιότητα.


Χ.Π.: Ποιο είναι το κοινό του Καραγκιόζη σήμερα;

Γ.Β.: Εγώ προτιμάω να λέω κόσμος. Η Αγία Τριάδα, ο καραγκιοζοπαίχτης, ο μπερντές και ο κόσμος. Αυτή η τριάδα λειτουργεί καλά όταν ο καραγκιοζοπαίχτης είναι ποιητής, το πανί στολισμένο με ωραίες φιγούρες και καλή δραματουργία και ο κόσμος είναι ευαίσθητος και αναπτυγμένης αντιληπτικότητας και καλλιέργειας.

Αλλος είναι ο κόσμος τα καλοκαίρια, άλλος στο Καφε-ωδείο στη Λιβαδειά, άλλος στο Θυμωμένο Πορτρέτο στα Γιάννινα, άλλος στην Αλεξανδρούπολη, που είναι όλοι ανάμεικτοι, φτωχοί-πλούσιοι, μορφωμένοι-αγράμματοι, δηλαδή ο κόσμος της πλατείας, άλλος όταν με φωνάζει ένα σχολείο, άλλος τον χειμώνα που παίρνω το καράβι και πάω στην Ικαρία ή στην Αμοργό, όπου έρχονται οι πάντες. Αλλά χρειάζεται να έχεις ανήσυχο πανί. Αν παίζεις ακόμα παραμύθια, όπως «Ο Καραγκιόζης φούρναρης», όπου τον ρωτάει ο πασάς πού πήγε η πάπια που του πήγε να ψήσει κι εκείνος απαντάει ότι πέταξε, ενώ την έφαγε, το σημερινό παιδί της οθόνης θα σε απορρίψει. Πρέπει να είσαι επικαιρικός και διαχρονικός, σε σωστό χαρμάνι.


Χ.Π.: Το παιδί της οθόνης και του Διαδικτύου είναι έναν αιώνα μπροστά απ' όλα αυτά...

Γ.Β.: Ο Καραγκιόζης είναι πολύ πιο μπροστά. Με την έννοια ότι ο Καραγκιόζης εκπροσωπεί τα ελάχιστα, τα πρώτα υλικά. Ενα πανάκι κι ένα χαρτάκι. Αναλλοίωτες αξίες. Αυτά με τα οποία πάντα θα επιθυμεί να έρθει σε επαφή ο άνθρωπος, με το ξύλο, με την πέτρα και με το κερί που φωτίζει θεσπέσια. Αλλά πρέπει και να εναρμονίζεις τις ιστορίες σου με το σήμερα. Εγώ αυτόν τον καιρό παίζω το «Ο Καραγκιόζης μάγειρας, η Αργώ του Ιάσονα, άλλος για το χρυσόμαλλο πετρέλαιο». Περνάω όλη την Αργοναυτική εκστρατεία με νότες επικαιρότητας εκεί όπου χρειάζεται, κι έτσι βρίσκει ενδιαφέρον και το μικρό παιδί και ο μεγάλος. Γιατί τα ίδια συνέβαιναν πάντοτε. Τότε για το χρυσάφι, τώρα για το πετρέλαιο. Κάπου εκεί συγκρούονται οι αξίες, γιατί ο καθένας πάει με άλλο στόχο. Ο Καραγκιόζης για το κασέρι κι άλλος για τη δόξα και τα πλούτη, και προκειμένου να πετύχει δεν λογαριάζει ζωές. Ετσι περνάω όλες τις πληροφορίες που δεχόμαστε καθημερινά από τις ειδήσεις, Αφγανιστάν, Ιράκ, ενώ κάνοντας τον Καραγκιόζη μάγειρα περνάω και αξίες σε σχέση με το τι τρώμε. Πρέπει να προσαρμόζεις μουσική και δραματουργία ανάλογα με τον κόσμο που έχεις από κάτω. Μπορεί και να χρειαστεί και να απαντήσεις σε κάποιον, να αυτοσχεδιάσεις.


Χ.Π.: Συμβαίνει συχνά αυτό;

Γ.Β.: Συμβαίνει και προϋποθέτει τεράστιο μπαγκράουντ, γιατί δεν ξέρεις ποιος θα σου κάνει την ερώτηση. Τις καλύτερες ερωτήσεις τις κάνουν τα παιδιά, γιατί τα παιδιά έχουν κάτι που μάλλον το έχουν ξεχάσει οι μεγάλοι. Γίνονται και τοποθετήσεις, έχω φάει και βρισιές.


Χ.Π.: Συγγενεύει η αθηναϊκή επιθεώρηση με τον Καραγκιόζη;

Γ.Β.: Η αθηναϊκή επιθεώρηση είχε παράλληλο δρόμο, και επηρεάστηκε σε κάποια σημεία από τον Καραγκιόζη. Το μοτίβο Χατζηαβάτης - Καραγκιόζης το βλέπουμε σε ντουέτα που παραπέμπουν στα αρχέτυπα του μπερντέ, τόσο στην επιθεώρηση όσο και στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Αλλά όπως έλεγε ο Τζούλιο Καΐμη, ο Καραγκιόζης είναι τραγικός στον πυρήνα του, δεν κάνει απλώς ένα κουτσομπολιό γκρινιάρικο ή χαριτωμένο. Οπως και στην αρχαία τραγωδία, χτίζει πάνω σε στέρεες αντιθέσεις. Ολη του η αγωνία είναι να σπάσει τις παγερές συμβάσεις μέσα απ' όπου θα έρθει η λύτρωση σε ένα σκηνικό επίπεδο. Αυτός είναι ο πλούτος του.


Χ.Π.: Πού μαθητεύσατε;

Γ.Β.: Μεγάλωσα στη Νέα Ανδριανή, ένα χωριό κοντά στην Κομοτηνή, όπου ο πατέρας μου είχε το καφενείο του χωριού. Από πολύ νωρίς, επτά ετών, έγραφα και έλεγα τραγούδια μες στο καφενείο κι έτσι κατάλαβα από τότε ότι η ζωή μου θα ήταν να λέω ιστορίες και τραγούδια. Αυτό το ξεκαθάρισα μέσα μου από την πρώτη στιγμή, γιατί ήμουν και υποθετικά κακός μαθητής, δεν με χωρούσε το κλειστό πλαίσιο του σχολειού. Ημουν ένας δοξαστικά κακός μαθητής, και για πανεπιστήμιο δεν υπήρχε περίπτωση. Εβλεπα τις ταινίες που έφερνε η κινηματογραφική λέσχη της Κομοτηνής κι έτσι μ' έπιασε η γοητεία του κινηματογράφου. Κατέβηκα στην Αθήνα και γράφτηκα στη Σχολή Σταυράκου να γίνω σκηνοθέτης. Επειδή κατάλαβα ότι ούτε πλαστικός σκηνοθέτης θα γινόμουν, με την πειθαρχία που χρειαζόταν, στράφηκα στον Καραγκιόζη, που ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να με βοηθήσει στο «ταξίδι». Είδα τον μπερντέ σαν καραβόπανο. Πήγα στους παλιούς καραγκιοζοπαίχτες, στον Σπυρόπουλο, στον Σπαθάρη, στον Μάνθο Αθηναίο, και για χρόνια δούλεψα βοηθός τους αμισθί. Για να συντηρηθώ, δούλευα τα πρωινά οικοδομή, και το βράδυ μ' αυτούς τους ανθρώπους, για να δω τον τρόπο τον παλιό. Τους αφουγκράστηκα, τους έδωσα βάση, σιγά σιγά έδωσα το δικό μου χρώμα.


Χ.Π.: Μιλήστε μου για τους δασκάλους σας.

Γ.Β.: Το πραγματικό μάθημα γινόταν μετά την παράσταση, που ο παλιός βρισκόταν με τον βοηθό του στην ταβέρνα για κρασί και να κουβεντιάσουν. Εκεί γίνονταν οι καλές κουβέντες, τα περάσματα που λέμε. Οι παλιοί σού έλεγαν για τον μάστορα τους. Ο Σπαθάρης έλεγε για τον πατέρα του, ο Αργύρης Θούγκας έλεγε για τον Μανωλόπουλο και τον Μόλλα, αλλά και για τον Μίμαρο, τον γεννήτορα του ελληνικού Καραγκιόζη, ιστορίες που ήξερε από τον Μόλλα, ο οποίος είχε μαθητεύσει δίπλα του, κι έτσι από γενιά σε γενιά μεταφέρονταν οι πίκρες και οι χαρές της τέχνης μας. Πού έπαιζε ο καθένας, τον τρόπο που έβγαζε τις φωνές, πώς έδενε το καλαμπούρι, πού ήταν δυνατός, πού ήταν αδύνατος. Η πράξη γινόταν πίσω από τον μπερντέ, η θεωρία στην ταβέρνα. Αυτό ήταν μεγάλο σχολείο, που παραπέμπει στην Ακαδημία του Πλάτωνα, με την έννοια της σχέσης μαθητή-δασκάλου. Μου μετέφεραν εντελώς γενναιόδωρα όλη την παλιά κουλτούρα. Ενας πλούτος γνώσεων, που μόνον έτσι αποκτιέται. Πρέπει να πω ότι ενώ υπάρχει θόρυβος για τους γνωστούς καραγκιοζοπαίχτες, υπάρχει μια σειρά λιγότερο γνωστών, αλλά κατά τη γνώμη μου σημαντικότερων από αυτούς, όπως ο Σίμος από τη Χίο αλλά και ο δάσκαλος μου ο Θούγκας, που είχε γεννηθεί στον Βοτανικό κι έπαιζε με τον περιβόητο Κούζαρο, ο οποίος ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, γιος γιατρών που τον αποκλήρωσαν επειδή ακολούθησε το επάγγελμα του καραγκιοζοπαίχτη. Οσον αφορά τον Θούγκα, πήγε στα 12 του στον Μόλλα που έπαιζε στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Μετά πήγε στον αντίποδα, στον Μανωλόπουλο. Ο Μόλλας έπαιζε για όλη την οικογένεια, όχι τη μισή. Ο Μανωλόπουλος έπαιζε στον Βοτανικό τον κουτσαβάκικο Καραγκιόζη και δεν πήγαινε όλη η οικογένεια...


Χ.Π.: Πιο αθυρόστομος;

Γ.Β.: Ναι, πιο λαϊκός, πιο αθυρόστομος. Εκείνη την εποχή ο Καραγκιόζης ήταν δημοφιλέστατος, έκανε 300, 400, 500 εισιτήρια, σαν σινεμά. Ο Μανωλόπουλος τα έλεγε χύμα και πολλές φορές προσπάθησαν να του βάλουν πιπέρι στη γλώσσα. Κάποια στιγμή ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος του ζήτησε να μην ξαναβγάζει παπάδες στον μπερντέ. Το ίδιο βράδυ τούς δεκαπλασίασε!


Χ.Π.: Σήμερα πού βρίσκεται το θέατρο σκιών; Ζει ή έχει πεθάνει;

Γ.Β.: Οχι μόνο δεν έχει πεθάνει, αλλά ως επάγγελμα έχει πρόοδο. Υπάρχουν περίπου 30 θίασοι θεάτρου σκιών σε όλη την Ελλάδα. Βέβαια το κακό είναι ότι δεν έχει ανεβεί ο πήχης, ώστε να ξαναποκτήσει ο Καραγκιόζης τη λαϊκότητα που πρέπει να έχει και να μην είναι μόνο θέαμα για πολύ μικρά παιδιά. Για να το κατορθώσει αυτό, ο καραγκιοζοπαίχτης χρειάζεται να λογαριαστεί και με τους παλιούς και με τους τωρινούς. Χρειάζεται δουλειά και χαρακτήρα.


Χ.Π.: Ο Καραγκιόζης ανθεί σε περιόδους οικονομικής ακμής ή σε περιόδους ανέχειας;

Γ.Β.: Οταν πρωτοπαίχτηκε ο Καραγκιόζης στην Πάτρα, ο πρώτος σημαντικός που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πόλη ήταν σε οικονομική ακμή. Κι αυτή η ακμή μπόρεσε και συντήρησε καραγκιοζοπαίχτες με μόνιμες στέγες, που άλλαζαν συχνά ρεπερτόριο, με καινούρια έργα, κι έτσι εξέλιξαν την τέχνη τους. Η τέχνη του Καραγκιόζη είναι ανάλογη με εκείνη του δημοτικού τραγουδιού ή του ρεμπέτικου, δηλαδή μια τέχνη σοφή. Δεν πρέπει ούτε να λαϊκίζει κανείς ούτε και να κολακεύει ούτε όμως να απορρίψει... σαν ένα τραγουδάκι που θα το ακούσει κάθε ευαίσθητο αυτί.


Χ.Π.: Τώρα με την κρίση θα έχει μεγαλύτερη απήχηση λέτε ο Καραγκιόζης;

Γ.Β.: Η κρίση δεν είναι οικονομική, είναι αξιακή, γι' αυτό ήρθαμε σ' αυτό το κατάντημα. Αν είχαμε αξίες, της αυτάρκειας, δεν θα είχαμε πέσει στις παγίδες που μας έριξαν. Ισως αυτή η κατάσταση αναγκάσει τον κόσμο να ξανασκεφτεί μερικά πράγματα. Κι εκεί θα βοηθήσει ο Καραγκιόζης, γιατί μια ζωή διαπραγματεύεται αυτά τα θέματα. Αυτό που λέει είναι ότι δεν χρειάζεται να είσαι πασάς για να περνάς καλύτερα, αν έχεις μυαλό και αίσθηση.


Χ.Π.: Με πονηράδα και υπογείως...

Γ.Β.: Ο λαός αναγκάζεται να είναι προσαρμοστικός, και όχι χαμαιλέοντας. Αμα δεν λυγάει το καλάμι, θα σπάσει. Η αλτικότητα και η ψηλή μύτη είναι ίδιον των εχόντων.

Καμιά φορά πρέπει να κάνεις πίσω, γιατί, άμα πας μπροστά, θα πέσεις στον γκρεμό. Αν κάνεις λίγο πίσω, θα ρίξεις σιγά σιγά προγεφύρωμα με την παιδεία και τον χρόνο. Ο Καραγκιόζης δεν βιάζεται, έχει καλή σχέση με τον χρόνο.


Χ.Π.: Δουλεύει ο Καραγκιόζης;
Γ.Β.: Ο Καραγκιόζης είναι λαϊκός άνθρωπος, που πότε έχει δουλειά και πότε δεν έχει. Θα πάει στο καφενείο της γειτονιάς γιατί εκεί θα βρει τον Χατζηαβάτη, τον μπαρμπα-Γιώργο και τον Σταύρακα. Δεν είναι οπλισμένος στο καβούκι του, όπως ο δημόσιος υπάλληλος, που δεν έχει ανάγκη αναφοράς του καφενείου. Εχει την παλιά τέχνη να μη χάνει ποτέ το κέφι του, γιατί δεν έχει καιρό για χάσιμο. Παλεύει τις δυσκολίες με αγωνιστική και πνευματική διάθεση.


Χ.Π.: Κάνατε μια διασκευή τού «Τρομάρα» του Βιζυηνού για τον μπερντέ.

Γ.Β.: Αυτό δεν είναι Καραγκιόζης, αλλά θέατρο σκιών. Προσπάθησα να το περάσω βάζοντας τον Καραγκιόζη νέο, αλλά δεν έπειθε. Κατάλαβα ότι για να έχει πέραση αυτό το πράγμα, έπρεπε να προσαρμοστώ χωρίς να ευτελίσω την τέχνη μου. Δημιούργησα το «μέσα-έξω». Πήρα τον τζουρά μου, κάθισα με μια καρέκλα μπροστά από τον μπερντέ, κι όταν οι ήρωες μιλούσαν, τούς εμψύχωνα με την πλάτη στραμμένη στον κόσμο, όποτε είχα αφηγηματικά μέρη στρεφόμουν προς τον κόσμο και μιλούσα σαν παλιός παραμυθάς.


Χ.Π.: Ποιο ήταν το μορφωτικό επίπεδο των παλιών καραγκιοζοπαιχτών;
Γ.Β.: Ο Μίμαρος, που έδωσε τον τόνο, εθεωρείτο ιδιαίτερα μορφωμένο άτομο, με φοβερή βυζαντινή μουσική καλλιέργεια, αφού ήταν και ο πρώτος ψάλτης του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Ανδρέα. Ο Μόλλας, πάλι, είχε τέσσερα στρέμματα βιβλιοθήκη, και όταν άρχισε ο ανταγωνισμός με τον κινηματογράφο, έκανε προσαρμογές κλασικών βιβλίων.


Χ.Π.: Στην υπόλοιπη Ελλάδα;

Γ.Β.: Ο Καραγκιόζης στην Αθήνα είχε τεράστια ιστορία, και μάλιστα ετοιμάζω ένα βιβλίο γι' αυτό, βασισμένο στις διηγήσεις του δασκάλου μου Αργύρη Θούγκα, ο οποίος στην Κατοχή, με τον Βαμβακάρη να παίζει μπουζούκι, εμψύχωνε τον κόσμο, καθώς οι σαλταδόροι έμπαιναν με κονσέρβες και αβγά. Στην Πάτρα, στην Αθήνα, στη Λάρισα, σε μερικά νησιά, στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, παιζόταν πολύ καλός Καραγκιόζης. Γύρω στο '70, με την αντιπαροχή, άρχισε το πράγμα, με την πίεση ενός μικροαστικού κοινού που δεν ήθελε ν' ακούει πια τα τραγούδια του χωριού, που σνόμπαρε την κουλτούρα του μπαρμπα-Γιώργου, που θέλησε να περάσει στη δυτική μουσική γρήγορα και αμάθητα, ο Καραγκιόζης έπαψε να έχει το κοινό που είχε, τα πράγματα πισωγύρισαν και πήγε προς το baby parking. Εφερνε ο μικροαστός τα παιδιά του 6.00 με 7.00, η κυρία πήγαινε στο κομμωτήριο και πάρκαρε το παιδί της. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Τώρα υπάρχουν νέα παιδιά στην Αθήνα που το έχουν αντιληφθεί αυτό το πράγμα. Τους λέω, θέλει δουλειά, η τέχνη μας είναι πολύ δύσκολη και θέλει παλαιστές πίσω από τον μπερντέ. Χρειάζεται ποίηση υψηλού επιπέδου, να πιάνεις τον σφυγμό, να έχεις δύναμη, να κάνεις γοητευτικό το πανί σου.

Χ.Π.: Εχετε και μια συγγραφική δραστηριότητα...
Γ.Β.:Κάθε βιβλίο που βγάζω κοιτάω να έχει και μια χρηστική αξία. Να μπορεί να το διαβάσει και ο μικρός και ο μεγάλος. Βάζω υλικό για να μπορέσει όποιος θέλει να φτιάξει φιγούρες και να παίξει, να στήσει τον δικό του μπερντέ. Μου δίνει μεγάλη χαρά, γιατί κι εγώ έτσι ξεκίνησα όταν ήμουν πιτσιρικάς, με τα βιβλία της Αγκυρας.
Ετοιμάζω τώρα ένα βιβλίο με συνομιλίες μου με τον Σίμο τον Χιώτη, όπου περνάω όλα τα φαρμάκια του καραγκιοζοπαίχτη... *

 
 
Πηγή:  http://www.enet.gr/