Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ζευγάρι σουηδών ρεπόρτερ έστησε τη βάση για τη ζωή του στη Θράκη

Εφυγαν από την πατρίδα τους και εγκαταστάθηκαν στο απομακρυνσμένο καπνοχώρι του Δαφνώνα, στις πλαγιές της ορεινής Ξάνθης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ "ΞΕΝΟΥΣ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΘΡΑΚΙΩΤΕΣ


Στο απομακρυσμένο καπνοχώρι του Δαφνώνα, χαμένο στις πλαγιές της ορεινής Ξάνθης, δύο κάτοικοι διαφέρουν από τους υπόλοιπους χωριανούς. Εχουν ασύρματη σύνδεση Ιντερνετ, μιλούν σουηδικά και λείπουν συχνά από το σπίτι τους κυνηγώντας ειδήσεις στα Βαλκάνια.

Η Πέτρα Γκίντιγκ, δημοσιογράφος, ανταποκρίτρια του σουηδικού κρατικού ραδιοφώνου, και ο σύζυγός της, Μίκε, γραφίστας που συνεργάζεται με ευρωπαϊκά περιοδικά, είναι οι «ξένοι», όπως τους αποκαλούν στο χωριό. Οι δύο Σουηδοί αγάπησαν τη θρακιώτικη φύση και αποφάσισαν να στέλνουν στο εξής τις ανταποκρίσεις τους στην κρύα Στοκχόλμη περιτριγυρισμένοι από ανθισμένες αυλές και κήπους με αγελάδες και κοκόρια.

«Οι άνθρωποι είναι τόσο φιλικοί εδώ, που νιώθουμε σαν την πατρίδα μας, παρ΄ όλο που κανείς δεν μιλά αγγλικά και η επικοινωνία είναι δύσκολη. Καταλαβαίνουμε ότι μας αγαπούν από καθημερινά πράγματα. Μας δίνουν λαχανικά και φρούτα από τους κήπους τους και είναι πάντοτε χαμογελαστοί και χωρίς άγχος. Τα πρώτα χρόνια μάς πρόσφεραν ακόμη και μαγειρεμένο φαγητό, σαν να θεωρούσαν ότι δεν γνωρίζαμε να μαγειρεύουμε ή ότι δεν ήθελαν να κοπιάσουμε στο χωριό τους» λέει στα «ΝΕΑ» χαμογελαστή η 46χρονη Πέτρα. Με καταγωγή από το Μάλμε του σουηδικού νότου, έχει σκανδιναβική κοψιά, με ξανθά ίσια μαλλιά και γαλανά μάτια. Φοράει μακό μπλουζάκι και πουκάμισο και κερνάει γαλλικό καφέ στην αυλή του διώροφου σπιτιού.

Επειτα από περιπλάνηση πολλών χρόνων στα Βαλκάνια και δημοσιογραφικές αποστολές ανά τον κόσμο, το ζευγάρι των Σουηδών ρίζωσε το 2006 στον Δαφνώνα Ξάνθης, όπου αγόρασε ένα ρημαγμένο σπίτι. «Η λέξη «σπίτι» ήταν από τις πρώτες που έμαθα στα ελληνικά. Επίσης, η λέξη «σκεπή», διότι η σκεπή του σπιτιού μας ήταν κατεστραμμένη και έπρεπε να τη φτιάξουμε από την αρχή, όπως και τις λέξεις «καρφιά» και «σοβάς»» θυμάται η Πέτρα.

Πριν από τέσσερα χρόνια, οι Σουηδοί φόρτωσαν δύο φορτηγά με το νοικοκυριό τους και έφθασαν στον Δαφνώνα: φορητοί υπολογιστές, καλώδια, ακουστικά, προγράμματα σχεδίασης στον υπολογιστή, υπερευαίσθητα μικρόφωνα έπρεπε να δέσουν με τα περιβόλια του χωριού, τα κατσίκια στις αυλές και τους χωρικούς που τον πρώτο καιρό τούς αντιμετώπιζαν με αμηχανία. Γνώρισαν το χωριουδάκι των 450 κατοίκων από Ελληνες που μετανάστευσαν στη χώρα τους- συγκεκριμένα από συγγενείς του πολιτικού Αλέξανδρου Μπαλτατζή που συνέδεσε το όνομά του με τον αγροτικό κόσμοκαι έστησαν εκεί τη βάση για τη ζωή και τις ανταποκρίσεις τους.

Η απόφασή τους αιφνιδίασε ακόμη και τους φίλους τους, οι οποίοι μέχρι τότε γνώριζαν την Ελλάδα μέσω των όμορφων ακρογιαλιών. «Αυτή όμως είναι η πραγματική Ελλάδα, οι γνήσιοι άνθρωποι των χωριών, που χωρίς να το γνωρίζουν δίνουν απαντήσεις σε κάποιον ξένο για τη σημερινή εικόνα της χώρας. Επιπλέον, κοιτώντας τον χάρτη διαπιστώσαμε ότι ο Δαφνώνας βρίσκεται γεωγραφικά ακριβώς στο κέντρο της περιοχής που ήρθαμε για να δουλέψουμε, μόλις 40 λεπτά από τη Βουλγαρία, μία ώρα από την Τουρκία, δίπλα στα περάσματα των λαθρομεταναστών στη Βόρεια Ελλάδα» εξηγεί το ζευγάρι.

Η πιο πρόσφατη ανταπόκριση της Πέτρας αφορούσε τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με την κατάρρευση της εταιρείας Ασπίς Πρόνοια. Ετσι κι αλλιώς εδώ κι έναν χρόνο προσπαθεί να ζωντανέψει στα ρεπορτάζ της πτυχές της οικονομικής κρίσης. «Ενας γείτονας εδώ πιο κάτω που δουλεύει στο Ελληνικό Δημόσιο, μού παραπονέθηκε επειδή ο μισθός του μειώθηκε περίπου 1.000 ευρώ μετά τα νέα μέτρα. Αναρωτιέμαι πόσα χρήματα κέρδιζε. Το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της Ελλάδας είναι πολύ διαφορετικό από το σουηδικό. Οι συμπατριώτες μου με ρωτούν συχνά τι συμβαίνει στη χώρα σας. Ολοι πιστεύουν ότι πρέπει να εργαστείτε σκληρά», λέει.

Μέσα από τις ανταποκρίσεις της έχει καλύψει δεκάδες φορές τους δρόμους των λαθρομεταναστών στον Εβρο: «Οι ελληνικές αρχές μάς έδωσαν κάρτα διαμονής σε μία μέρα, επειδή είμαστε Σουηδοί. Οι άνθρωποι που περνούν τον Εβρο διακινδυνεύουν τη ζωή τους καθημερινά για να αποκτήσουν το ίδιο έγγραφο».

Ο Μίκε μιλάει λιγότερο και εξηγεί ότι μαθαίνει πιο εύκολα τις ελληνικές λέξεις. Αυτό μάλλον γιατί τριγυρίζει καθημερινά στο χωριό, ζητώντας εργαλεία ή βοηθώντας ο ίδιος τους γείτονές του στις αγροτικές δουλειές. Η δική του δουλειά είναι να σχεδιάζει σελίδες περιοδικών και, όπως λέει, το κάνει από τον Δαφνώνα μέσω Ιντερνετ, «σαν να ζούσε στη Στοκχόλμη ή σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα». Η τεχνολογία τού επιτρέπει ακόμη και να παραδίδει μαθήματα γραφιστικής ή να συμμετέχει σε σεμινάρια, καθισμένος στα ξύλινα έπιπλα που έφερε από τη χώρα του για να στολίσει τη διώροφη μονοκατοικία στην ορεινή Ξάνθη.

Οι κάτοικοι του Δαφνώνα σταματούν τους «ξένους» στον δρόμο για κουβέντα και πειράγματα. «Τους αγαπάμε πολύ, είναι οι καλύτεροι γείτονες» λέει η κ. Σωτηρία. Οι Σουηδοί αισθάνονται κι εκείνοι ευχάριστα στο χωριό, παρ΄ όλο που συχνά δεν ακολουθούν τις συνήθειες των γειτόνων τους. «Δεν πηγαίνουμε, για παράδειγμα, στην εκκλησία όπως εκείνοι κάθε Κυριακή. Το όμορφο είναι ότι ακόμη και στην εκκλησία δεν πηγαίνουν τόσο επειδή το υπαγορεύει η χριστιανική θρησκεία, όσο επειδή αισθάνονται μια δεμένη κοινωνία. Αυτό περνούν και σε μας. Τους αγαπάμε και τους εκτιμούμε, αν και ποτέ δεν θα καταφέρουμε να φτιάξουμε τον κήπο μας τόσο όμορφο όσο είναι οι δικοί τους».



Πηγή:  http://www.tanea.gr/