Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικα έθιμα και παράδοση στη Θράκη

Ήθη, έθιμα και τραγούδια από την Θράκη για την ημέρα των Χριστουγέννων

Μερικά τείνουν να ξεχαστούν

ΑΣ ΤΑ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ...


Τις μέρες των Χριστουγέννων έρχονται στο μυαλό και στη σκέψη μας οι εικόνες που κυριαρχούσαν στη διάρκεια του Δωδεκαημέρου και κυρίως στα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.

Ήθη, έθιμα και κυρίως τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που εδώ στη ΘΡΑΚΗ ήταν πάρα πολλά. Αφού κάθε χωριό είχε τα δικά του τραγούδια, διαφορετικά και ξέχωρα από το διπλανό.

Πολλά και τα έθιμα τόσο από τον θρησκευτικό κύκλο όσο και από τον κύκλο των μεταμφιέσεων.

Η Θράκη δικαιολογημένα κατέχει την πρωτιά στο μεγάλο αριθμό χριστουγεννιάτικων τραγουδιών. Αφού μόνο η Μάνη, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, έχει να μας παρουσιάσει 47 χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

Τα παλιά όμως, γραφικότατα, χριστουγεννιάτικα έθιμα, όπως τα ξέραμε και τα ζήσαμε, τουλάχιστον εμείς, έχουν χάσει την παλιά ελκυστική τους δύναμη και τον παλιό γιορταστικό τους χαρακτήρα.

Στη Θράκη τα παιδιά μέχρι το 1930 και λίγο αργότερα, από βδομάδες μπροστά και σαν έμπαινε η Σαρακοστή για τα Χριστούγεννα, άρχιζαν να ετοιμάζονται για τα «Κόλιαντα», κάνοντας πρόβες, φωνάζοντας στις γειτονιές κάθε βράδυ σχεδόν.

Έτσι το πρωί της Παραμονής των Χριστουγέννων, πανέτοιμα πλέον, με τις ομάδες τους ξεχύνονταν στα θεοσκότεινα σοκάκια του χωριού,κρατώντας στα χέρια τους χοντρά και μακρυά ξύλα, τις «τσουμάκες». Τα ξύλα αυτά δεν ήταν μόνο σύμβολο της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου. Ήταν τα προστατευτικά τους μέσα από τις επιθέσεις των σκυλιών. Μ’αυτές επίσης θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών, για να τους ανοίξουν.

Στα χωριά των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη τα παιδιά (πάντα τα αγόρια) έλεγαν τα δικά τους «κόλιντα», σαν αυτό που λένε ακόμα στο Φυλακτό, χωριό του Δήμου Τυχερού, του νομού Έβρου:

Κόλιντα μπάμπου
Δος μας μια κλουρίτσα
Ας είνι σταρίσια
Ας είνι καλαμποκίσια
Κόλιντα μπάμπου

Στο Πύθιο, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού, για να πουν τα « κόλιντα», όχι την Παραμονή των Χριστουγέννων, αλλά στις 23 Δεκεμβρίου, την προπαραμονή. Λέγαν λοιπόν τα Πυθιωτάκια :

Κόλιντα μπάμπου, τσικ,τσικ, τσικ.


Στη Νέα Βύσσα, της επαρχίας Ορεστιάδας, τα μικρά παιδιά, κρατώντας το καθένα από μακριά βέργα, που στην άκρη κατέληγε σε θύσανο, την παραμονή των Χριστουγέννων, λέγανε το:

Κο,κο,κο
Μπι,μπι,μπι
Τικ,τικ,τικ
Κόλιντρα
Να τη φαν τα σκυλιά
Κι την αλιπούς
Πούφαγε μια πουλιά
Κι έναν κουτσοπέτεινου


Τα πολύ μικρά αυτά «τραγούδια» ,κατάλληλα όμως για την ηλικία τους, τα λέγανε τα αγοράκια από τις πρώτες πρωινές ώρες της Παραμονής μέχρι το μεσημέρι.

Από εκεί και μετά είχαν το λόγο οι παρέες των μεγάλων παιδιών, των παλικαριών, που τραγουδούσαν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια τους από το βράδυ της Παραμονής, όλη τη νύχτα μέχρι και ολόκληρη την Πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.

Κάθε χωριό, βέβαια, είχε και τα δικά του χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που διαφέρανε από τα γειτονικά χωριά τόσο στη μελωδία όσο και στα λόγια.

Στα χωριά της Θράκης, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.

Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού.

Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη.

Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο.

Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.


Οι Μωμόγεροι

Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας αλλά και στο Θρυλόριο της Ροδόπης συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες.

Η ονομασία του εθίμου προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια ζώων – λύκων, τράγων ή άλλων - ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων.

Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους.

Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.


Τα Ρουγκάτσια

Στο Πύθιο τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού για να πουν τα “κόλιαντα” μια μέρα νωρίτερα από την παραμονή των Χριστουγέννων, δηλαδή στις 23 Δεκεμβρίου.

Τα αγοράκια, από νωρίς το πρωί, ξεχύνονταν στα σοκάκια του χωριού και φώναζαν: “Kόλιντα, μπάμπου τσικ, τσικ, τσικ….”

Ανήμερα τα Χριστούγεννα τα παλικάρια του χωριού χωρίζονταν σε μικρές ομάδες και γύριζαν όλα τα σπίτια. Την κάθε ομάδα την αποτελούσαν τέσσερα άτομα.

Στο δρόμο λέγανε τραγούδια του δρόμου και μέσα στο σπίτι το: « Σαράντα μέρις έχουμι Χριστό που καρτερούμε…¨»

Τα Ρουγκάτσια, δηλαδή οι παρέες των παλικαριών, όταν έμπαιναν στο σπίτι κάθονταν, όπου τους έβαζαν οι νοικοκυραίοι, και τραγουδούσαν εναλλάξ δυο-δυο το παραπάνω τραγούδι.

Κι αυτό για να “ξεκουράζουν” τη φωνή τους. Γιατί το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλο, χωρίς ενδιάμεσα “ξεκουράσματα”, και θα δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα.

Εξάλλου έπρεπε να τραγουδήσουν σε πολλά σπίτια και μέχρι αργά το βράδυ της μέρας των Χριστουγέννων. Όταν θα ’ρχονταν τα Ρουγκάτσια στο σπίτι έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται εκεί.

Σπίτι κλειστό τα Ρουγκάτσια δεν έπρεπε να βρουν. Το’χανε σε κακό.

Κάθονταν, τραγουδούσαν, έπαιρναν το κέρασμά τους, το φιλοδώρημά τους (χρήματα ) και φεύγανε για άλλο σπίτι.
 
 
Πηγή:  http://www.eleftherovima.gr/