Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Ο πόλεμος του ‘40 μέσα από τη μαρτυρία μιας 90χρονης Κομοτηναίας

Σχολιάζει τη σύγχρονη εποχή με τη σοφία ενός ανθρώπους που έζησε πολλά στη ζωή του και λέει ότι η Ελλάδα ζει έναν ακόμα κρυφό πόλεμο
Είχαμε ένα γείτονα ο οποίος φεύγοντας για τον πόλεμο μας είπε “ο πρώτος που θα πέσει εγώ θα είμαι” και πραγματικά ο πρώτος που έπεσε ήταν εκείνος, δεν γύρισε ποτέ πίσω!
        ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ


“Μου αρέσει η Σοφία Βέμπο, μου αρέσει να ακούω τα τραγούδια της, με κάνουν και νιώθω ανακούφιση”. Με αυτά τα λόγια μας υποδέχθηκε στο σπιτικό της η Ασημούλα Θεοδωρίδου η γυναίκα που γεννήθηκε στην Προύσα κοντά στο 1920 και μόλις 40 ημερών έζησε την ξενιτιά, όταν πρόσφυγες οι γονείς της, την μετέφεραν από την Προύσα στην Πτολεμαΐδα, όπου εγκαταστάθηκε αρχικά η οικογένεια και παρέμεινε για 10 περίπου χρόνια. Έπειτα ο πατέρας της οικογένειας αποφάσισε να μετακομίσει στην Κομοτηνή, έχοντας ήδη τον αδερφό του στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων. Κάπως έτσι ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι της ζωής, γεμάτο μνήμες από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, έως σήμερα που είναι μητέρα ενός οδοντιάτρου στην Κομοτηνή, ενός διευθυντή τράπεζας στη Θεσσαλονίκη και μίας κόρης, γιατρός στο επάγγελμα, την οποία έχασε νωρίς, μόλις στα 45 της χρόνια. Τώρα περήφανη δηλώνει ότι είναι γιαγιά έξι εγγονών δύο από τα οποία μάλιστα άξιες επιστήμονες εκπροσωπούν την Ελλάδα και τη μικρή Κομοτηνή στο εξωτερικό, προσφέροντας μόνο χαρά για τα επιτεύγματα τους.




Την κυρία Ασημούλα τη συνάντησε ο “Χ” με σκοπό να ανακαλύψει την ιστορία της ζωής της, να μιλήσει για τα χρόνια της Κατοχής, για τους Ιταλούς που χαρακτήρισε “γλεντζέδες”, τους σκληρούς Γερμανούς και τους αδίστακτους Βουλγάρους κατακτητές. Εκείνη με διάθεση να τα πει όλα και με το γλυκό χαμόγελο της, έφερε στο μυαλό μνήμες, που την έκαναν να δακρύσει, να αισθανθεί συγκίνηση, αλλά και ανακούφιση επειδή όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.

Ήταν μια μέρα σαν τις άλλες, είπε, αρχίζοντας να περιγράφει μία από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής της, όταν η Κομοτηνή πληροφορήθηκε ότι η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο, ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους Ιταλούς, που νόμιζαν ότι απλά θα κάνουν παρέλαση στην πατρίδα. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, όπως άλλωστε το περιγράφουν ταινίες της εποχής και τα παλικάρια θα έπρεπε να αγωνιστούν και πάλι, να συνεχίσουν να πολεμούν για την ελευθερία.

Ήμουν μικρή και πολλά δεν μπορούσα να καταλάβω τότε, εξομολογήθηκε η κ. Ασημούλα, και διηγήθηκε ότι η πόλη ερήμωσε και η ατμόσφαιρα ήταν πένθιμη. “Μάλιστα θυμάμαι είχαμε ένα γείτονα που είχε μπακάλικο κοντά εκεί που καθόμουν, στην Χαριλάου Τρικούπη ο οποίος ήρθε να μας αποχαιρετίσει το ’40 και εμείς του είπαμε «με την νίκη». Εκείνος μας απάντησε ότι “ο πρώτος που θα πέσει εγώ θα είμαι» και πραγματικά ο πρώτος που έπεσε ήταν εκείνος, δεν γύρισε ποτέ πίσω. Ήταν Κυριακή όταν γεννήθηκε ο γιός του, την άλλη Κυριακή τον βάφτισαν και έφυγε στον πόλεμο και δεν ξαναγύρισε, σκοτώθηκε!”

“Ποτέ στη ζωή να μην ξαναγίνουν όσα ζήσαμε, να μην δει πολέμους ποτέ η νεολαία μας”

Με την κήρυξη του πολέμου, οι Θρακιώτες ήξεραν ότι κανένας δεν περισσεύει στον αγώνα. Έτσι οι γυναίκες που έμειναν πίσω άρχισαν να τροφοδοτούν το στρατό, με όποιο τρόπο μπορούσαν. Όλοι ξεκίνησαν τη δουλειά, άλλος έπλεκε κάλτσες, άλλος φανέλες, άλλος έραβε άλλος μπάλωνε, ο καθένας και από κάτι έκανε, μας εξομολογήθηκε η κ. Ασημούλα, λέγοντας ότι όλα αυτά, οι γυναίκες τα έστελναν στο μέτωπο για να στηρίξουν τον ελληνικό στρατό, και τα συγκέντρωνε πρώτα η εκκλησία. “Ζήσαμε πολύ συγκινητικές μέρες και δύσκολες, για όλο τον ελληνισμό! Φυσικά ήρθαν άλλα μετά, φτώχια και πείνα μεγάλη. Οι γυναίκες ότι μπορούσαν έκαναν. Στην Ήπειρο, οι Ηπειρώτισσες κουβαλούσαν πολεμοφόδια με τα γαϊδούρια, με τα μουλάρια, σε τέτοιο πόλεμο ξεκινήσαμε και νικήσαμε.

Πολύ συγκινητικές μέρες, εγώ δεν θέλω να θυμάμαι… αλλά όταν ακούω την Σοφία Βέμπο να τραγουδάει, τα θυμάμαι, δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς. Ποτέ στην ζωή να μην ξαναγίνει τέτοιο πράγμα, να μην δει πολέμους και τέτοια η νεολαία μας. Εμείς ήμασταν και σκληραγωγημένοι, δεν ήμασταν μαθημένοι στα πλούτη και αντέξαμε, η νεολαία τώρα δεν αντέχει”. Στον πόλεμο το 40, η οικογένεια της κ. Ασημούλας στάθηκε τυχερή, σε αντίθεση με πολλές άλλες, γύρισαν όλοι πίσω μας είπε, αναφερόμενη στον πατέρα, στον αδερφό της και στα ξαδέρφια της, που πολέμησαν και γύρισαν σώοι από το μέτωπο. “Χάθηκαν πολλοί, πάρα πολλοί και μετά που τελείωσε ο πόλεμος, από την Αλβανία ο αδερφός μου με τα πόδια ήρθε στην Ελλάδα, στην Κομοτηνή, με τα πόδια από την Αλβανία και όλος ο στρατός. Χειμώνα καιρό με τα πόδια πρησμένα, σχεδόν γυμνοί και νηστικοί, σταματούσαν όπου έβρισκαν για να πιουν έστω ένα τσάι, εάν έβρισκαν...”.


“Οι Ιταλοί δεν ήταν παιδιά του πολέμου, ήταν τραγουδιστές, γι’ αυτό έχασαν”
Για τη σκληρότητα των Γερμανών μίλησε κ. Ασημούλα, ενώ θυμήθηκε ότι οι Ιταλοί δεν ανήκαν στην πάστα των κατακτητών, πολέμησαν γιατί είχαν αυτές τις εντολές, είπε “Οι Γερμανοί ήταν πιο σκληροί, έκαιγαν χωριά, σκότωναν, κρέμαγαν, εκτελούσαν χωρίς δεύτερη κουβέντα”. Μάλιστα θυμήθηκε ότι ο αδερφός της ταξίδεψε έως την Ιταλία, συμμετέχοντας στη μάχη του Ρίμινι, η οποία άρχισε στις 25 Αυγούστου 1944 και είχε τη μορφή ενός «ελιγμού τανάλιας» από τη βρετανική και την αμερικανική στρατιά εναντίον γερμανικής. Μαζί με τη βρετανική στρατιά αγωνίζονταν δυνάμεις από τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία, αλλά και η Γ΄ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, η οποία μετά την επιτυχημένη συμμετοχή της εκεί έλαβε από τότε τιμητικά την ονομασία «Ταξιαρχία του Ρίμινι». “Οι δικοί μας πήγαν και στο Ρίμινι στην Ιταλία και πολέμησαν για να διώξουν τους Γερμανούς, αλλά δεν πήγε ο στρατός μας, πήγε η χωροφυλακή. Ήταν και ο αδερφός μου εκεί, τώρα έχει πεθάνει...”.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος η κ. Ασημούλα κατοικούσε στην οδό Χαριλάου Τρικούπη, στο δρόμο των δικαστηρίων και αργότερα όπως είπε, μετεγκαστάθηκε κοντά στο Βυζαντινό Φρούριο, στην περιοχή, όπου χτυπούσε η καρδιά της Εβραϊκής κοινότητας Κομοτηνής, η οποία πλέον είχε χαθεί. Από το σημείο εκείνο περνούσαν καθημερινά τα εχθρικά στρατεύματα, προκαλώντας με την παρουσία τους, είπε τονίζοντας ότι “περνούσαν και μέσα από το δικό μας οικόπεδο στην άλλη μεριά, στην οδό Καραολή. Και οι Γερμανοί πέρασαν και οι Βούλγαροι πέρασαν, αλλά ποτέ κανείς δεν χτύπησε την πόρτα μου, φοβόμασταν, αλλά σταθήκαμε τυχεροί. Εμάς μόνο οι Βούλγαροι μας έβγαλαν από τα σπίτια και μας έβαλαν σε άλλα σπίτια για να πάρουν αυτοί τα καλά. Στα χωριά έκαναν πολλά, σκληροί ήταν, μας έδιναν ένα κομματάκι ψωμί με το κουπόνι. Από τα χωράφια δεν τολμούσαν να πάρουν τίποτα, πήγαιναν νύχτα οι άνθρωποι και έκλεβαν και μετά με τον χειρόμυλο άλεθαν για να ζήσουν. Εδώ τόσους άνδρες εκτέλεσαν στην Ξυλαγανή. Τάχα τροφοδοτούσαν αντάρτες και τα παιδιά τζάμπα τα σκότωσαν, άλλα ήταν νιόπαντρα, άλλα είχαν μωράκια, σκότωσαν ολόκληρες οικογένειες”. Κλείνοντας το μεγάλο κεφάλαιο του πολέμου, η κ. Ασημούλα έκανε τον απολογισμό της λέγοντας ότι τη σύγχρονη εποχή, η Ελλάδα ζει έναν ακόμα κρυφό πόλεμο, αλλά ρίχνει και την ευθύνη στους ίδιους τους Έλληνες. Πρέπει να μην ξεχνάμε να αγωνιζόμαστε είπε υποστηρίζοντας ότι η νέα γενιά γρήγορα ξεχνά και παραδίδει τα όπλα. “Η Ελλάδα που χρεώθηκε όλοι φταίμε, η μεγάλη σπατάλη μας έφαγε, εγώ έτσι νομίζω”, είπε με θάρρος και με την εμπειρία των 90 χρόνων, αλλά από την άλλη υποστήριξε ότι η Γερμανία αδικεί τη χώρα, “κάνει τα στραβά μάτια, η Γερμανία πρέπει να μας αποζημιώσει, έκανε μεγάλη ζημιά στην Ελλάδα, χρωστάει. Εμείς δεν μπαίναμε στον πόλεμο, μας έβαζαν στον πόλεμο, παρόλο που κερδίζαμε μας αδικούσαν και μετά”.

Στα 90 της χρόνια σήμερα η κ. Θεοδωρίδου παραμένει στο σπίτι που μεγάλωσε τα παιδιά της, έχοντας συντροφιά τη Βουλγάρα Βιολέτα, η οποία την φροντίζει όλο το 24ωρο. “Ζω με την κ. Ασημούλα 2 χρόνια, δεν είχα τίποτα και κανέναν όταν ήρθα από τη Βουλγαρία πριν 2 χρόνια, τώρα έχω μία μάνα στην Ελλάδα και μία πίσω στη Βουλγαρία!”


Πηγή:  http://www.xronos.gr/