Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Βολές Ιλχάν Αχμέτ κατά Ξυνίδη για τους μουφτήδες

Με μακροσκελέστατη γραπτή δηλωση καταφέρεται και εναντίον των νυν μειονοτικών βουλευτών Αχμέτ Χατζηοσμάν και Τσετίν Μαντατζη

ΜΑΘΕΤΕ ΓΙΑΤΙ
ΟΛΗ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


«Ο έλληνας υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στο Ν. Ξάνθης, Σωκράτης Ξυνίδης, στη συνέντευξη Τύπου που παρέθεσε, δήλωσε ότι: «Το νέο νομοσχέδιο για τους μουφτήδες, αποτελεί γέφυρα μέχρι την οριστική κατάργηση των δικαστικών αρμοδιοτήτων». Παράλληλα, δήλωσε ότι οι δύο μειονοτικοί βουλευτές, είχαν πληροφορηθεί σχετικά με το ζήτημα από τον αρμόδιο γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.




Στη συνθήκη της Λοζάνης προβλέπεται ότι στο πεδίο του Οικογενειακού Δικαίου, θα εφαρμοζόταν το εθιμικό δίκαιο που ίσχυε για τους υπηκόους του οθωμανικού κράτους.



Σύμφωνα με τη συνθήκη της Λοζάνης, μέσα στα σύνορα της Ελλάδας, εκτός του Εθνικού Δικαίου, σε μια ορισμένη περιοχή(στη Θράκη), και για ένα ορισμένο τμήμα ανθρώπων (για τους μουσουλμάνους και τους etablis) υπάρχουν δικαστικές αρμοδιότητες των μουφτήδων, κατ’ εφαρμογή του βασικού εθιμικού δίκαιου, που βασίζεται στο τοπικό Ισλαμικό Δίκαιο, ενώ αναγνωρίστηκε συγχρόνως το επίθετο του δικαστή μαζί με αυτό του μουφτή.



Οι κανόνες αυτοί που εφαρμόζονταν για αιώνες από την οθωμανική περίοδο, την τήρηση των οποίων ο λαός θεωρούσε υποχρέωση, αποτέλεσαν για την περιοχή μας, εθιμικό δίκαιο. Οι κανόνες αυτοί Δικαίου που εφαρμόζονται στη Δυτική μας Θράκη, όσο και αν βασίζονται σε κάποιους κανόνες του δικαίου της Σαρίας, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αποδεχτούμε ότι το δίκαιο αυτό που εφαρμόζεται στη μουφτεία είναι δίκαιο Σαρίας. Επί παραδείγματι, όσον αφορά στο δικαίωμα διαζυγίου ή στο θέμα των κληρονομικών που εμπεριέχονται στο Οικογενειακό Δίκαιο, οι μουφτείες δεν εφαρμόζουν επακριβώς του κανόνες της Σαρίας.



Το γεγονός ότι στη μουφτεία που είναι επιφορτισμένη με δικαστικές αρμοδιότητες, οι κανόνες του εθιμικού δικαίου, που αφορούν στο Οικογενειακό Δίκαιο δεν υπάρχουν γραμμένοι (σε κώδικα), ότι δεν υπάρχει η παραμικρή δικονομία έτσι ώστε να συμμορφώνονται οι εκάστοτε πλευρές με τις δεσμευτικές αυτές αποφάσεις (κλήσεις, προστασία κ.τ.λ.), το γεγονός ότι δεν προβλέπεται δυνατότητα άσκησης έφεσης και μέχρι σήμερα δεν έχει ορισθεί κάποιος κανόνας ή κάποια διευθέτηση για αυτό, οδήγησε στην εμφάνιση διάφορων αδικιών και μειονεκτημάτων στην κοινωνία μας και εξαιτίας τους, η δικαστική αρμοδιότητα του μουφτή υπέστη κριτική για λανθασμένες αποφάσεις.



Η ύπαρξη των ελλείψεων, δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια μια σύγχρονης νομοθετικής ρύθμισης. Οι αντικανονικές αυτές εφαρμογές, επισκίασαν τον πλούτο Δικαίου που πηγάζει από τα οθωμανικά χρόνια.



Το εθιμικό αυτό δίκαιο που πηγάζει από την ιστορία μας, θα έπρεπε να αναθεωρηθεί με μια σύγχρονη νομική αναθεώρηση. Η επιθυμία της τωρινής κυβέρνησης να το καταργήσει εξολοκλήρου, αντίκειται στο νόμο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη μειονότητα. Δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.



Το γεγονός ότι η κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ επιθυμεί με κοινή της απόφαση, την οριστική κατάργηση μιας πρακτικής και μιας ιστορίας 500 ετών (των δικαστικών αρμοδιοτήτων), το γεγονός ότι δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της το αίτημα της μειονότητας για αναγνώριση του ιδιαίτερου τρόπου της (εκλογή) για την επιλογή του μουφτή καθώς και η θέσπιση ενός διευρυμένου ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ για την επιλογή των μουφτήδων από αυτή την κυβέρνηση, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο περί μειονοτήτων, και στις αρχές των καλών προθέσεων.



Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο περί μειονοτήτων, τα κράτη έχουν κάποιες νομικές υποχρεώσεις απέναντι στις κοινωνίες που έχουν κάποια συνειδητή διαφορετικότητα από την πλειοψηφία. Η βασική υποχρέωσή τους είναι, η αποφυγή θέσπισης οποιασδήποτε ρύθμισης που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην πρακτική εφαρμογή της εκάστοτε διαφορετικότητας των μειονοτήτων (θρησκευτική-γλωσσική-εθνική-πολιτιστική κ.τ.λ.), που τις διαφοροποιεί από την πλειοψηφία (εφαρμογή αρνητικών διακρίσεων). Τα κράτη είναι παράλληλα υποχρεωμένα, να εφαρμόζουν θετικές ρυθμίσεις υπέρ των μειονοτήτων (εφαρμογή θετικών διακρίσεων).



Το ζήτημα της θέσπισης μουφτή, που αποτελεί μια θρησκευτική έννοια, άπτεται των θρησκευτικών ελευθεριών κάποιων ανθρώπων. Το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα ορισθεί ο θρησκευτικός ηγέτης της μειονότητας, αφορά στη μειονότητα στα πλαίσια της θρησκευτικής ελευθερίας της κοινωνίας αυτής.



Η μειονότητα, ορίζει, επιλέγει και απαλλάσσει από τα καθήκοντα του τον θρησκευτικό της ηγέτη, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους ισλαμικούς και κοινωνικούς της κανόνες. Η θέσπιση κανόνων (νόμοι, ρυθμίσεις ή προεδρικά διατάγματα με ισχύ νόμου) από μέρους της κυβέρνησης για τη διευθέτηση του στοιχείου αυτού, καθώς αντίκειται στο Δίκαιο των μειονοτήτων, παραβαίνει και το ελληνικό Σύνταγμα, το οποίο δεν αναγνωρίζει καμία ιδιαίτερη παραχώρηση σε συγκεκριμένη τάξη.



Η τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, εδώ και πολλά χρόνια, επιθυμεί να ακολουθήσει τους κανόνες που η ίδια έλαβε με ελεύθερη βούληση, ενώ απέρριψε και τις ρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν σε αυτό το θέμα. (τα μέλη της μειονότητας, έχουν δικαίωμα να αξιώνουν περαιτέρω ρυθμίσεις από το κράτος Δικαίου, πέραν αυτών, επί παραδείγματι της δημόσιας ασφάλισης υγείας και άλλων ρυθμίσεων στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών).



Επειδή το θέμα της ρύθμισης των δικαστικών αρμοδιοτήτων αφορά στη δημόσια τάξη, το θέμα απαιτεί διαφορετική προσέγγιση και νομική ρύθμιση. Η δική μας πρόταση, είναι ο διαχωρισμός του αξιώματος του «μουφτή» από αυτό του «καδή» που ίσχυαν κατά την οθωμανική περίοδο. Εφόσον η πρότασή μας αυτή που εναρμονίζεται με την ιστορική μας παράδοση, εφαρμοστεί, θα συμβάλλει πολύ στη δημόσια τάξη σε ένα σημαντικό πεδίο όπως είναι αυτό του Δικαίου. Ο καδής θα διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις (ισλαμικό και εθνικό Δίκαιο) και θα λειτουργεί με βάση τις αρχές της δικαστικής ανεξαρτησίας. Θα πρόκειται για μία εξουσία που πηγάζει από το Εθνικό Δίκαιο, θα βρίσκεται μακριά από την πολιτική και θα αποφασίζει αντικειμενικά και δίκαια τις εθνικές νομικές ρυθμίσεις. Με τον τρόπο αυτό, θα σταματήσουν οι λάθος πρακτικές και οι λανθασμένες εφαρμογές του ισλαμικού Δικαίου, που υφίστανται σήμερα.



Σύμφωνα με το Δίκαιο αυτό, για να δικαστούν κάποιοι με βάση το εν λόγω σύστημα, θα πρέπει και οι δύο να δηλώνουν ότι το αναγνωρίζουν. Μόνο τότε έχει το δικαστήριο αυτό αρμοδιότητα για να τους δικάσει. Όπως ακριβώς είναι δικαίωμα κάποιου να δηλώσει ότι ανήκει σε μια μειονότητα και το δικαίωμα αυτό προστατεύεται, έτσι αποτελεί και δημοκρατική και νομική ελευθερία για κάποιους να δηλώσουν ότι επιθυμούν να δικασθούν σύμφωνα με το Δίκαιο που επιθυμούν. Το δικαίωμα αυτό της επιλογής που έχουν, θα πρέπει να βρίσκεται υπό προστασία.



Πληροφορηθήκαμε από το αρμόδιο υπουργείο ότι οι τωρινοί δύο μειονοτικοί βουλευτές, είχαν ενημερωθεί σχετικά με το νέο νομοσχέδιο. Κρίνω ως ατυχές το γεγονός ότι παρόλο που οι βουλευτές, είχαν ενημερωθεί σχετικά με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, δεν ενημέρωσαν σχετικά τους μειονοτικούς συλλόγους και τα μειονοτικά ιδρύματα, λόγω αδυναμίας, και έλλειψης προτάσεων καθώς και για να μην υποστούν πολιτική ζημία, προσωπική ή κομματική. Η μόνη αλήθεια είναι ότι οι ευθύνες που τους βαραίνουν, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή από τη Βουλή αυτή η απαράδεκτη ρύθμιση, είναι κοινές με αυτές της κυβέρνησης.



Είμαι κάποιος που πιστεύει ότι η κοινωνία μας θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη οικονομικά και ιστορικά συνειδητοποιημένη για να φθάσει στο επίπεδο των σύγχρονων πολιτισμών, κάποιος που μάχεται μέχρι και σήμερα, όπως και στο παρελθόν, προς αυτή την κατεύθυνση,



Γνωρίζω δε το καθήκον μου να παρουσιάζω τις προτάσεις μου στο λαό και να τον ενημερώνω εποικοδομητικά, αποφεύγοντας τον λαϊκισμό και υπηρετώντας το καθήκον μου να προστατεύω το Δίκαιο και τα δικαιώματα της κοινωνίας μας και των επόμενων γενεών».