Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορία: Εξήντα χρόνια από την ταυτόχρονη προσχώρηση της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ

Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση, διαβάστε το άρθρο που δημοσίευσε σήμερα στην Καθημερινή η λέκτωρ στο Πα-νεπιστήμιο Αθηνών και επιστη-μονική συνεργάτις ΕΛΙΑΜΕΠ Εκάβη Αθανασοπούλου
                       ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ

Πριν από εξήντα χρόνια ακριβώς, η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Η ένταξή τους στις 18 Φεβρουαρίου 1952 σηματοδοτούσε την πρώτη διεύρυνση του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, ο οποίος είχε ιδρυθεί από δώδεκα κράτη στις 4 Απριλίου 1949 προκειμένου η Δυτική Ευρώπη να αποκτήσει μία αίσθηση ασφάλειας έναντι της σοβιετικής απειλής, επικυρώνοντας έτσι και στο στρατιωτικό πεδίο τη διαίρεση της Γηραιάς Ηπείρου. Ηταν η πρώτη φορά που η Ελλάδα μετείχε σε μία μεγάλη συμμαχία, σε συνθήκες τυπικής ισότητας, μαζί με τις Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης. Εκτοτε, η ελληνική συμμετοχή στο ΝΑΤΟ αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα θέματα της δημόσιας συζήτησης στη χώρα μας. Ακολούθησε η ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το 1955, η οποία προκάλεσε ως αντίδραση τη σύναψη του Συμφώνου της Βαρσοβίας από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ισπανία, που προσχώρησε το 1982, ήταν και το τελευταίο νέο μέλος πριν από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, το ΝΑΤΟ απέκτησε δώδεκα ακόμη μέλη, αριθμώντας σήμερα συνολικά 28. Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η Βορειοατλαντική Συμμαχία έχανε το αντίπαλον δέος και αναγκαζόταν να επανεξετάσει τον ρόλο της σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο. Το 1999, με αφετηρία την κρίση στο Κοσσυφοπέδιο, το ΝΑΤΟ αποφάσισε ότι πλέον θα έδινε έμφαση στην πρόληψη συγκρούσεων και τη διαχείριση κρίσεων σε ολόκληρη την υφήλιο.



Η ένταξη Ελλάδας και Τουρκίας


Στις 18 Φεβρουαρίου 1952 η Αν. Μεσόγειος ετέθη υπό την προστασία των ΗΠΑ

Της Εκαβης Aθανασοπουλου*


Η απόφαση του Βόρειου Ατλαντικού Συμβουλίου (15 Οκτωβρίου 1951) να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ η Ελλάδα και η Τουρκία σήμαινε την προέκταση της αμερικανικής ομπρέλας στρατιωτικής προστασίας στην Ανατολική Μεσόγειο δυόμισι χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού. Ηταν μια αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Πού οφειλόταν;

Δεδομένων των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο -τα οποία καταδείκνυαν τα ποσά στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (1947)- και μετά την αμερικανική δέσμευση ως προς την άμυνα της Δυτικής Ευρώπης, μια επίσημη αμερικανική δέσμευση αναφορικά με την άμυνα και των δύο αυτών χωρών έμοιαζε προφανής. Αυτή ήταν πράγματι η πεποίθηση των τουρκικών κυβερνήσεων οι οποίες από τα τέλη του 1948 ασκούσαν συνεχή και συστηματική πίεση στις ΗΠΑ για να εξασφαλίσουν μια επίσημη αμερικανική δέσμευση στρατιωτικής προστασίας. Η Αθήνα επίσης ενδιαφερόταν για μια τέτοια αμερικανική δέσμευση, ιδίως εάν προσφερόταν στην Τουρκία, έστω και αν απασχολημένη με εσωτερικά προβλήματα δεν πίεζε αισθητώς την Ουάσιγκτον. Την προέκταση της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας προστασίας στην Ανατολική Μεσόγειο επιθυμούσε επίσης το Λονδίνο. Αλλά οι Αμερικανοί απέκλειαν, μέχρι και τα τέλη του 1950, την ενσωμάτωση αυτής της περιοχής μέσα στα όρια στρατιωτικής τους ευθύνης παρά τη σημασία της για τα συμφέροντά τους.


Ο πόλεμος της Κορέας άλλαξε τη στάση της Ουάσιγκτον

Η στάση των ΗΠΑ γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπ’ όψιν το περιορισμένο μέγεθος της στρατιωτικής ετοιμότητάς τους, το οποίο καθιστούσε δύσκολο να ανταποκριθούν, κατά το πρώτο στάδιο ενός πολέμου, ακόμα και στις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει αναφορικά με την άμυνα της Δυτικής Ευρώπης. Ουσιαστικά, η απροθυμία των Αμερικανών να αναλάβουν και άλλες επίσημες στρατιωτικές δεσμεύσεις οφειλόταν μερικώς στην αποφασιστικότητα του προέδρου Τρούμαν να διατηρήσει έναν ισορροπημένο, μεταξύ αμυντικών και λοιπών δαπανών, εθνικό προϋπολογισμό, και επίσης στην απουσία παγκόσμιων εξελίξεων, οι οποίες θα απαιτούσαν έναν υψηλότερο βαθμό πολεμικής ετοιμότητας.

Αλλά υπήρχαν και άλλοι λόγοι που εξηγούν την απροθυμία της Ουάσιγκτον. Στις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου, η αμερικανική πολιτική προς την Ανατολική Μεσόγειο δεν χαρακτηριζόταν από συνοχή και συνέπεια. Το 1947 η αμερικανική προσοχή στράφηκε προς αυτήν ως αποτέλεσμα της απόφασης της Βρετανίας να τερματίσει τη βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία. Μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, η Ουάσιγκτον πέρασε στο επόμενο θέμα, το οποίο αφορούσε τα περίπλοκα στρατιωτικά και οικονομικά ζητήματα της δυτικοευρωπαϊκής ασφάλειας και μετά το 1949 επίσης τα ζητήματα ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ετσι, παρόλο που το αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο συνεχιζόταν, η περιοχή δεν κατείχε πλέον εξέχουσα θέση στη σκέψη των σχεδιαστών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Μόνο στα τέλη του 1950 η περιοχή αυτή άρχισε και πάλι να τους απασχολεί, καθώς οι αντιλήψεις τους για τα θέματα ασφάλειας εξελίσσονταν δραματικώς κάτω από την επίδραση του πολέμου της Κορέας.


Οι στρατιωτικές δαπάνες

Ηδη από τα τέλη του 1949 η επιτυχημένη δοκιμή έκρηξης ατομικής βόμβας από τους Σοβιετικούς και η απώλεια της Κίνας στους κομμουνιστές είχαν παρακινήσει τον Τρούμαν να εγκρίνει την επανεξέταση της εθνικής πολιτικής ασφαλείας. Ως αποτέλεσμα τον Απρίλιο του 1950 το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ενώ οι Σοβιετικοί ανέπτυσσαν τις στρατιωτικές δυνατότητές τους, τα αμερικανικά στρατιωτικά προγράμματα ήταν επικινδύνως ανεπαρκή. Ετσι το Συμβούλιο εισηγήθηκε σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού των συμμάχων. Το ξέσπασμα εχθροπραξιών στην Κορέα επιτάχυνε τον μηχανισμό αποφάσεων και η παραπάνω εισήγηση εγκρίθηκε ως πολιτική. Σε πρακτικά μεγέθη αυτό σήμαινε ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ θα τριπλασιαζόταν για το οικονομικό έτος του 1951. Για πρώτη φορά μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου τα αμερικανικά διεθνή συμφέροντα εκφράζονταν σε ουσιαστικά στρατιωτικά μεγέθη.

Η ανάπτυξη μιας περισσότερο αποφασιστικής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έγινε αμέσως αισθητή εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, της οποίας τη στρατιωτικοποίηση άρχισε η Ουάσιγκτον να προωθεί. Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν είχαν ακόμα την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για μια συνολική αναθεώρηση της διεθνούς στάσης τους. Η προγραμματισμένη αύξηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων θα ευνοούσε πρωτίστως τη Δυτική Ευρώπη, καθώς αυτή αποτελούσε περιοχή υψηλής αμυντικής προτεραιότητας. Η Ελλάδα και η Τουρκία θα λάμβαναν αυξημένη στρατιωτική βοήθεια και σε περίπτωση κρίσης λόγω επίθεσης, από τη Σοβιετική Ενωση ή από σοβιετικό δορυφόρο, οι ΗΠΑ θα ασχολούνταν με την άμυνα της περιοχής σε μια ad hoc βάση.

Η εμπλοκή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων με κινεζικές δυνάμεις στην Κορέα ενίσχυσε στην Ουάσιγκτον την ανησυχία ότι η Μόσχα πιθανώς θα διακινδύνευε έναν γενικό πόλεμο. Ετσι εντατικοποιήθηκαν οι προσπάθειες με στόχο την ενίσχυση της αμυντικής προετοιμασίας του ΝΑΤΟ. Αυτό ήταν το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο το Βόρειο Ατλαντικό Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εάν, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η Μόσχα αποφάσιζε να κινηθεί εναντίον της Δυτικής Ευρώπης η εισβολή στη Γιουγκοσλαβία θα ήταν απαραίτητη. Και επομένως, συμπλήρωνε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι Σοβιετικοί θα έπρεπε να καταστήσουν ουδέτερες ή/και να καταστρέψουν τις γιουγκοσλαβο-ελληνο-τουρκικές δυνάμεις. Ετσι η ιδέα ότι η Ελλάδα, η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία μπορούσαν να αποτελέσουν την ασπίδα προστασίας της Δυτικής Ευρώπης από μια σοβιετική επίθεση μέσω της Νοτιοανατολικής Ευρώπης άρχισε να αναπτύσσεται στο μυαλό της αμερικανικής ηγεσίας.

Παράλληλα εξελισσόταν η αντίληψη ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις των τριών χωρών θα μπορούσαν να συντελέσουν στην οργάνωση της άμυνας της Δυτικής Ευρώπης. Κοντολογίς, καθώς οι Αμερικανοί στην προσπάθειά τους να οργανώσουν έναν στρατό για τη δυτικοευρωπαϊκή άμυνα αντιμετώπιζαν το ανυπέρβλητο πρόβλημα ότι αυτός ο στρατός δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αξιόλογο μέγεθος κατά τη διάρκεια του 1951, άρχισε να αποδίδεται σημασία στο ότι στη Νοτιοανατολική Ευρώπη υπήρχαν τρεις μεγάλοι στρατοί σκληρής μαχητικής ικανότητας και υψηλού ηθικού. Οι στρατοί αυτοί τουλάχιστον θα αποτελούσαν μια απειλή για τη σοβιετική πτέρυγα και θα οδηγούσαν στην ακινητοποίηση σημαντικού αριθμού σοβιετικών και δορυφορικών μεραρχιών. Επιπλέον, εάν εξοπλίζονταν κατάλληλα, θα μπορούσαν ακόμη και να αναλάβουν προσωρινά την επίθεση ώστε να ανακουφίσουν την πίεση στη Δυτική Ευρώπη σε μια κρίσιμη στιγμή. Ετσι η Ουάσιγκτον άρχισε να θεωρεί μια συμμαχία με την Τουρκία και την Ελλάδα απαραίτητη ώστε να συντονισθεί μαζί με τις στρατιωτικές δυνάμεις τους ο αμυντικός σχεδιασμός στη Δυτική Ευρώπη (αλλά και στη Μέση Ανατολή), καθώς η Αγκυρα έθετε μια τέτοια συμμαχία ως quid pro quo για την πλήρη στρατιωτική συνεργασία της με τις ΗΠΑ. Και για τους Αμερικανούς η σύσταση αυτής της συμμαχίας διαμέσου του ΝΑΤΟ αποτελούσε τον ταχύτερο και καλύτερο τρόπο για την υλοποίησή της.


Τα αποτελέσματα της διεύρυνσης για τις δύο χώρες και για τη Δύση

Η ένταξη Ελλάδας και Τουρκίας στο ΝΑΤΟ αντικατόπτριζε την ισχύ των ΗΠΑ στη Δυτική Ευρώπη. Η Ολλανδία μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες είχε εκφράσει μεγάλη απροθυμία αναφορικά με την ένταξή τους (και κυρίως της Τουρκίας). Το βασικό τους επιχείρημα ήταν ότι η διεύρυνση αυτή αντιτίθεται στην πρωταρχική ιδέα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, δηλαδή την ύπαρξη πολιτισμικής κοινότητας. Το επιχείρημα αυτό δεν συγκίνησε τους Αμερικανούς που, ορθώς ή μη, είχαν αποφασίσει να θυσιάσουν την ιδέα της πολιτισμικής κοινότητας στον βωμό των απαιτήσεων των στρατηγικών τους συμφερόντων όπως αυτά προέκυπταν από την ανάλυση στην Ουάσιγκτον των νέων δεδομένων. Οι προαναφερθείσες χώρες αισθάνθηκαν ότι είχαν γίνει παίγνια των μεγάλων δυνάμεων, καθώς οι Αμερικανοί είχαν ζητήσει την άποψη της Βρετανίας και της Γαλλίας αλλά είχαν παντελώς αγνοήσει τα μικρότερα μέλη της Συμμαχίας πριν από την επίσημη ανακοίνωση της πρότασης διεύρυνσης στο Συμβούλιο. Ωστόσο ουδεμία ήταν διατεθειμένη να προβάλει βέτο κατά της εισήγησης των ΗΠΑ. De jure όλα τα μέλη της Συμμαχίας ήταν ισότιμα. De facto οι ΗΠΑ ήταν περισσότερο ισότιμες από τα άλλα.

Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ ήταν ένα σημαντικό βήμα και για τις δύο χώρες. Οι προφανείς συνέπειες ήταν η αύξηση της αίσθησης ασφάλειάς τους και η θεσμική τους σύνδεση με τη Δύση. Αλλά υπήρχαν και άλλες οι οποίες θα γίνονταν αντιληπτές αργότερα. Ισως η πιο σημαντική ήταν το ότι η αμερικανική «επιρροή» στην Αθήνα και στην Αγκυρα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με έντονο αντίκτυπο στην εξωτερική αλλά και στην εσωτερική τους πολιτική για αρκετά χρόνια. Επίσης, η ένταξη των δύο χωρών είχε απώτερες συνέπειες οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δηλητηριάστηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Για τους έντονους επικριτές (στην Αθήνα και στην Αγκυρα) της αμερικανικής πολιτικής αναφορικά με τις ελληνοτουρκικές διαφορές, η Ουάσιγκτον δεν προασπιζόταν τα δίκαια αιτήματα της Ελλάδας ή της Τουρκίας αντιστοίχως, επειδή πάντα έδινε προτεραιότητα στα συμφέροντα της Συμμαχίας. Για τους περισσότερο μετριοπαθείς, το θεσμικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ συνετέλεσε, ωστόσο, στην αποφυγή ενός πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες.

Iδωμένη από την ευρύτερη θεώρηση της διεθνούς πολιτικής της περιόδου, η πρώτη διεύρυνση του ΝΑΤΟ ήταν μια σημαντικότατη εξέλιξη. Αυτή συνιστούσε ένα περαιτέρω βήμα της αμερικανικής πολιτικής της ανάσχεσης της Σοβιετικής Ενωσης, η οποία πλέον βρισκόταν σε πλήρη άνθηση στην Ουάσιγκτον. Με την ενσωμάτωση της Ανατολικής Μεσογείου στον δυτικοευρωπαϊκό αμυντικό χώρο, οι Αμερικανοί επέκτειναν το δυτικό τόξο ανάσχεσης και οι ΗΠΑ εδραιώθηκαν στην Ευρώπη από τις ακτές της Νορβηγίας ώς τις μεσογειακές ακτές της Εγγύς Ανατολής. Το επόμενο αναμενόμενο βήμα επρόκειτο να είναι η προσπάθεια οικοδόμησης ενός νότιου τόξου που θα ένωνε την Ανατολική Μεσόγειο με το ανατολικό τόξο ανάσχεσης, το οποίο η Ουάσιγκτον πυρετωδώς οικοδομούσε από την Κορέα και την Ιαπωνία μέχρι το Βιετνάμ και τις Φιλιππίνες.


Πηγή:  http://www.kathimerini.gr/