Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ: Ο Τσίπρας στον Έβρο

Υπέγραψε στους Κήπους κοινή διακήρυξη με τον πρόεδρο του κόμματος Ελευθερίας και Αλληλεγγύης της Τουρκίας Αλπέρ Τας για μείωση των εξοπλισμών. ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ και ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΝ


Κοινή διακήρυξη με τίτλο «ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ» για την αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των εξοπλισμών Ελλάδας - Τουρκίας υπέγραψαν σήμερα στις 11 π.μ. στα Ελληνοτουρκικά σύνορα (Κήποι) ο πρόεδρος του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ Αλέξης Τσίπρας και ο πρόεδρος του κόμματος Ελευθερίας και Αλληλεγγύης της Τουρκίας Αλπέρ Τας.


Στην αντιπροσωπεία του ΣΥΝ συμμετείχαν ο Π. Τριγάζης, υπεύθυνος του τμ. Εξωτερικής Πολιτικής, ο Μουσταφά Μουσταφά, πρ. βουλευτής Ροδόπης, οι Γραμματείς των νομαρχιακών Επιτροπών Ροδόπης Τάκης Χαρίτος και Αλεξανδρούπολης Κώστας Πανταζίδης καθώς και στελέχη της νεολαίας και των τοπικών οργανώσεων.

Στην πολυμελή αντιπροσωπεία του Κόμματος Ελευθερίας και Αλληλεγγύης συμμετείχε και ο πρ. Πρόεδρος του κόμματος, πανεπιστημιακός, Χαϊρί Κοζάνογλου.

Θα ακολουθήσει διήμερο πρόγραμμα εκδηλώσεων, σήμερα στην Ανδριανούπολη και αύριο στην Αλεξανδρούπολη και Κομοτηνή.



Το πλήρες κείμενο της ΕΚΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ είναι το εξής:


«Από τον ποταμό Έβρο, σύνορο της Ελλάδας και της Τουρκίας, το Κόμμα Ελευθερίας και Αλληλεγγύης (ODP) και ο Συνασπισμός της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας, απευθύνουν κοινή Έκκληση για την αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των εξοπλισμών των δύο χωρών.

Συνεχίζοντας την καμπάνια για την πρόταση αυτή, που έχουν διατυπώσει και διεκδικούμε εδώ και χρόνια, πραγματοποιούμε κοινές εκδηλώσεις στην Ερντίνε, και στην Αλεξανδρούπολη - Κομοτηνή στις 24-25 Σεπτέμβρη 2010.


Διακηρύσσουμε για μια ακόμα φορά, ότι η ειρήνη είναι η μόνη επιλογή για τους λαούς της Τουρκίας και της Ελλάδας. Τα προβλήματα στις Ελληνο-τουρκικές σχέσεις πρέπει και μπορούν να λυθούν ειρηνικά, μέσω διαλόγου, στην βάση του διεθνούς δικαίου.


Αποκρούουμε έντονα τον μιλιταρισμό και σωβινισμό και την καλλιέργεια εθνικιστικού μίσους ανάμεσα στους δυο λαούς.


Σήμερα, που όλος ο κόσμος ζει τις οδυνηρές συνέπειες μιας πρωτόγνωρης καπιταλιστικής κρίσης, αποκτούν μεγαλύτερη αξία οι αγώνες για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό, συμβατικό και πυρηνικό. Η αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των εξοπλισμών και στρατιωτικών δαπανών της Ελλάδας και της Τουρκίας θα αποτελέσει ουσιαστικό βήμα για πραγματική ειρήνη, αμοιβαία εμπιστοσύνη και σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ των δυο χωρών.

Οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες και οι πολυδάπανοι εξοπλισμοί αποτελούν ένα δυσβάστακτο βάρος για τις οικονομίες της Ελλάδας και της Τουρκίας.


Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί των δύο χωρών ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι υπερδιπλάσιο του Ευρωπαϊκού και του Νατοϊκού μέσου όρου. Η συνέχιση του μεταξύ τους ανταγωνισμού των εξοπλισμών είναι καταστροφική για τις δύο χώρες και τους λαούς. Βλάπτει και τις δύο κοινωνίες και ωφελεί μόνο τις στρατιωτικές βιομηχανίες και εκείνους που θέλουν να εφαρμόζουν το ιμπεριαλιστικό δόγμα του «διαίρει και βασίλευε» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εξυπηρετεί τα πολεμικά σχέδια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.


Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με αυτή την πραγματικότητα, που επιδεινώνει τα κοινωνικά και αναπτυξιακά προβλήματα των δύο χωρών.


Η υιοθέτηση της πρότασης μας θα απελευθερώσει τεράστιους πόρους για Την οικονομική, κοινωνική και οικολογική τους ανάπτυξη. Ενώ, θα αποτελέσει βαρύ πλήγμα κατά των δυνάμεων του μιλιταρισμού και κέρδος για την δημοκρατία και για μια κουλτούρα ειρήνης.


Με την ευκαιρία αυτή στέλνουμε κοινό μήνυμα αλληλεγγύης στον Κυπριακό λαό, δηλώνοντας την πλήρη υποστήριξη μας στις προσπάθειες για την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης μέσω των διακοινοτικών συνομιλιών στο πλαίσιο του ΟΗΕ και στη βάση των αποφάσεών του. Ο λαός του νησιού - ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να οικοδομήσουν μια δικοινοτική - διζωνική ομοσπονδία για μια ανεξάρτητη και αποστρατιωτικοποιημένη Κύπρο, ελεύθερη από ξένες βάσεις.


Καλούμε τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να περάσουν από τα λόγια στα έργα και να θέσουν στον ελληνοτουρκικό διάλογο ως προτεραιότητα την μείωση των εξοπλισμών. Όμως, για να συμβεί αυτό απαιτείται το δυνάμωμα και η διεύρυνση της «διπλωματίας των πολιτών και των κινημάτων»