Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Τα περίεργα του «χάρτη» της Υγείας

Ποια τα προβλήματα στην Θράκη;

Ποιος ο μόνος νομός που δεν κάνει εξαγωγή ασθενών;

ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ...


Νομός της Κρήτης διαθέτει τέσσερα γενικά νοσοκομεία - Κέντρα Υγείας από τα συνολικά εννέα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα που διαθέτει το νησί. Η μέση ετήσια πληρότητα των νοσοκομειακών κλινών του, όμως, κυμαίνεται μεταξύ 35% - 65%. Κι αυτό γιατί δύο στους δέκα πολίτες που θα ασθενήσουν θα μεταφερθούν σε άλλο νομό για να νοσηλευθούν.

Σε νομό της Δυτικής Πελοποννήσου λειτουργούν σε ακτίνα περίπου 20 χιλιομέτρων τρία νοσοκομεία, με μέση πληρότητα που κυμαίνεται από 14% - 72%. Ωστόσο, τέσσερις στους δέκα κατοίκους του νομού όταν ασθενήσουν αναζητούν νοσηλεία σε άλλες περιοχές της χώρας. Συνολικά στην Πελοπόννησο λειτουργούν 16 νοσοκομεία, με το μεγαλύτερο βάρος της νοσηλευτικής περίθαλψης να «πέφτει» στο Πανεπιστημιακό του Ρίου. Τα υπόλοιπα;

Αυτά τα ενδεικτικά παραδείγματα, που περιγράφονται και στον Υγειονομικό Χάρτη του υπουργείου Υγείας, ο οποίος τέθηκε πρόσφατα σε «λειτουργία», καταδεικνύουν τον παράδοξο σχεδιασμό του Εθνικού Συστήματος Υγείας από πλευράς υποδομών. Σκιαγραφούν, επίσης, το εύρος των παρεμβάσεων στις οποίες μπορεί να προχωρήσει η πολιτεία για πιο ορθολογικά κατανεμημένες και πλησιέστερα στις ανάγκες του πολίτη υπηρεσίες Υγείας. Και δεν είναι τα μόνα:

Το μοναδικό νοσοκομείο νομού της Δυτικής Ελλάδας δεν βρίσκεται –όπως θα αναμενόταν– στην πρωτεύουσα του νομού. Ετσι, σχεδόν ένας στους δύο κατοίκους απευθύνεται στα Ιωάννινα για υπηρεσίες υγείας. Σε νομό της Δυτικής Μακεδονίας λειτουργούν τρία νοσοκομεία, με τη μεγαλύτερη μέση πληρότητα να φτάνει το 60%. Και αυτό όταν οι ειδικοί σε θέματα πολιτικής Υγείας σημειώνουν ότι απαιτείται άμεση παρέμβαση στις υπηρεσίες υγείας στην κατεύθυνση της καλύτερης ανταπόκρισης των αναγκών του πληθυσμού όταν η μέση πληρότητα σε μία νοσηλευτική μονάδα «πέσει» κάτω από το 70%. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συχνότητα χρήσης των υπηρεσιών υγείας από τους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής είναι από τις χαμηλές σε σχέση με γειτονικούς νομούς (320 άτομα ανά 1.000 κατοίκους έκαναν χρήση των υπηρεσιών υγείας το 2010, έναντι 420 ανά 1.000 κατοίκους σε διπλανό νομό που διαθέτει ένα νοσοκομείο).

Συνολικά κάθε χρόνο, 500.000 Eλληνες ασθενείς αναγκάζονται να μεταβούν σε διάφορες περιοχές εντός της χώρας προκειμένου να νοσηλευθούν. Η Αττική, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Λάρισα, η Πάτρα και το Ηράκλειο και η Αλεξανδρούπολη είναι τα μοναδικά σημεία στον χάρτη όπου δεν καταγράφονται «διαρροές» ασθενών προς νοσηλεία. Αντίθετα, τα μεγαλύτερα ποσοστά «μεταναστών» ασθενών –σε επίπεδα μη αποδεκτά– καταγράφονται στις Κυκλάδες (67,9%), στην Εύβοια (47,8%), στη Χαλκιδική, στη Φωκίδα, στην Πρέβεζα, στη Βοιωτία και στη Θεσπρωτία (περίπου 45%). Η διαπεριφερειακή ροή των ασθενών αποτελεί ένα από τα στοιχεία που θα εξετασθούν στο πλαίσιο του διαλόγου που ξεκινάει για τις συγχωνεύσεις - εξειδικεύσεις - αλλαγές χρήσης των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Στελέχη του υπουργείου Υγείας ανέφεραν στην «Κ» ότι ένα από τα βασικά σημεία στα οποία θα εστιάσει ο διάλογος αφορά στην ανάπλαση του νοσοκομειακού χάρτη στην κατεύθυνση της «συγκράτησης» των ασθενών σε επίπεδο περιφέρειας. Αλλωστε, σύμφωνα με τους ειδικούς, οι «μεταναστεύσεις» των ασθενών σε μία χώρα με περίπου 35.000 νοσοκομειακές κλίνες –αριθμός που σε σχέση με τον πληθυσμό κυμαίνεται κοντά στα επίπεδα των χωρών της Ευρώπης και κρίνεται επαρκής– και περίπου 21.000 γιατρούς δεν είναι φυσιολογικές και σχετίζονται με την αξιοπιστία αυτών των υπηρεσιών. Και σε ορισμένες περιπτώσεις το φαινόμενο ερμηνεύεται από την έλλειψη ειδικοτήτων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης εξειδικευμένων δομών είναι στην περιοχή από Πτολεμαΐδα, Κοζάνη, Αμύνταιο έως τη Φλώρινα – όπου παρά τον υψηλό επιπολασμό καρκίνου λόγω της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος, δεν υπάρχει ογκολογικό τμήμα και οι καρκινοπαθείς αναγκάζονται να ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη. Δίκτυο ογκολογικής περίθαλψης δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ούτε στην Ανατολική Μακεδονία - Θράκη, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περιφέρεια καταγράφεται υψηλότερος έναντι άλλων περιοχών επιπολασμός σε μορφές καρκίνου, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα και του μαστού.

 
Πηγή:  http://www.kathimerini.gr/