Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Η ιστορία του Γιάννη Στάνκογλου από τον Έβρο στη Νέα Υόρκη και από εκεί στο «Νησί»

Λίγο πριν την αυλαία της πιο δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς της χρονιάς, διαβάστε την ιστορία του Θρακιώτη πρωταγωνιστή της και τα πιστεύω του για τον Έβρο, τους μετανάστες, την αγάπη, τη φιλία, την ζωή και τον Θεό...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΘΕΜΑ



Κοσμογυρισμένος, χορτασμένος από τη ζωή και τη δουλειά του, χωρίς απωθημένα και εμμονές, ο Γιάννης Στάνκογλου μπορεί να έκανε διάφορες δουλειές στη ζωή του, αλλά τελικά κατέληξε σε εκείνη που του ταίριαξε καλύτερα, του ηθοποιου.

Στην ερωτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» υπάρχουν παιδιά που μάλλον κομπιάζουν να σου απαντήσουν. Οχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή ενδεχομένως δεν έχουν προλάβει να το σκεφτούν. Αλλωστε παιδιά είναι, για το σήμερα θα ζουν. Την ίδια αμηχανία αντιμετώπισε και ο Γιάννης Στάνκογλου όχι ως παιδί αλλά ως έφηβος. Δεν ξέρω αν προτιμούσε να ζει το «σήμερα», αφήνοντας στην άκρη τα ουτοπικά εφηβικά όνειρα -η εντύπωσή μου από την κουβέντα μας παραμένει ωστόσο πως επιμένει να ζει έντονα το τώρα-, πάντως μου εξομολογείται πως τότε τον γοήτευαν άλλα πράγματα. Οπως το καθημερινό ραντεβού στις 5.30 τα ξημερώματα στο καφενείο της γειτονιάς του με οικοδόμους της περιοχής, όταν στα 15 του χρόνια αποφάσισε να καταπιαστεί για να κερνάει ποτά τους φίλους του με τη δουλειά του πατέρα του στην οικοδομή. Θυμάται ακόμη τις συζητήσεις που έκανε μαζί τους, κουβέντες που, όπως λέει, σε έναν μεγάλο βαθμό τον καθόρισαν ως άνθρωπο.

Οπως καθοριστικές για τη ζωή του είναι οι σχέσεις με τον τόπο καταγωγής του, ένα χωριό του Εβρου, όπου επέστρεψε αυτόν τον καιρό για τα γυρίσματα της ταινίας «Το ταγκό των Χριστουγέννων» από το ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη. «Είναι περίεργος τόπος εκεί πάνω, ξεχασμένος», μου λέει μάλλον με παράπονο. Αλλωστε εκεί, στα σύνορα της Ελλάδας, στους τόπους που κάποτε ερήμωσαν από το μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων προς τη Γερμανία και τώρα υποδέχονται τους μετανάστες από την Ασία, έχει την αγαπημένη του γιαγιά και τους γονείς του. Από τον Εβρο ήταν και τα παιδιά της ομάδας με την οποία είχε την πρώτη του επαφή με το θέατρο, τον χορό, την τέχνη, όταν ήταν 13 ετών. Θα χρειάζονταν όμως τουλάχιστον άλλα 10 χρόνια μέχρι ο ίδιος να κατασταλάξει πως, ναι, τελικά ήθελε να γίνει ηθοποιός.

Πίνουμε καφέ σε ένα από εκείνα τα ρετρό καφεζαχαροπλαστεία της Βουλιαγμένης. Αναπολεί τις μαραθώνιες βόλτες με την παρέα του, τότε που ξεκινούσαν με τα ποδήλατα από τον Περισσό και κατέβαιναν μέχρι την παραλιακή. Οι μεγάλες αποστάσεις και οι αντοχές άλλωστε έχουν μια σαφή αναγωγή και στην επαγγελματική του ζωή. Ο Γιάννης Στάνκογλου είναι από το πρωί στον δρόμο, έχει ήδη εμφανιστεί σε μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή, από εκείνες που -λέω εγώ- δεν του ταιριάζουν καθόλου, από εκείνες που -λέει εκείνος- καμιά φορά χρειάζεται να πάρεις μια βαλεριάνα για να ξεγελάσεις το άγχος σου. Ο Στάνκογλου διαθέτει ακόμη μπόλικη από εκείνη την παιδικότητα, την αμηχανία και την ντροπή που δημιουργούν μια -αυθαίρετη- κοντινότητα, πως δηλαδή έχεις να κάνεις με έναν κανονικό, γήινο άνθρωπο με τον οποίο μπορείς να κουβεντιάσεις, όπως το λέμε απλά, σαν άνθρωπος. «Δεν έχουμε γεννηθεί για να είμαστε μόνοι», θα μου πει λίγο αργότερα. Και θα συνεχίσει: «Πιστεύω στη φιλία, στον έρωτα, στην αγάπη, στην κουβέντα».

Ως μαθητής ήταν μέτριος: «Είχα να ανοίξω βιβλίο από την Α’ Γυμνασίου», θυμάται. Θυμάται ακόμη πως έζησε αλήτικα ως έφηβος. Τελειώνοντας το σχολείο και μετά τον στρατό αποφασίζει να διαβάσει όσο δεν έχει διαβάσει στη ζωή του όλη. «Ξεσκονίζει» ό,τι βιβλίο βρεθεί μπροστά του. «Μέχρι τα 28 μου είχα διαβάσει όλο τον Ντοστογιέφσκι, τους κλασικούς, ιστορία θεάτρου. Εμαθα πολλά διαβάζοντας αλλά και τίποτα ταυτόχρονα. Οσο περισσότερο φως ρίχνεις κάπου τόσο μεγαλύτερο γίνεται και το γύρω σκοτάδι», καταλήγει, επικαλούμενος την περιγραφή του Γιώργου Χειμωνά. Ηθοποιός, μου λέει, έγινε για να εξωτερικεύσει όλα αυτά που έχει αποκομίσει διαβάζοντας. Κάνει διάφορες δουλειές, από barman μέχρι delivery boy, ώσπου δυο φίλοι του, ηθοποιοί στο επάγγελμα, ακούσιά τους τον παρακινούν. «Με γοήτευε αυτό που έβλεπα στη ζωή τους και κάποια στιγμή, έτσι από το πουθενά, αποφάσισα να πάω να δώσω εξετάσεις σε θεατρική σχολή». Του επισημαίνω πως, παρότι είναι ένας άνθρωπος με λαϊκές καταβολές, από εκείνους που εύκολα μπορεί να θαμπωθούν από το «γρήγορο» και το «εύπεπτο», δεν αντιμετώπισε την καριέρα του με λύσσα αλλά με σωφροσύνη. Και συμφωνεί.

Αμέσως μετά τις σπουδές του θα έρθει η Νέα Υόρκη. Οχι για δουλειά, για έρωτα. Τον έρωτα με τη γυναίκα με την οποία μοιράζεται τα τελευταία 11 χρόνια της ζωής του και με την οποία έχει αποκτήσει μια κόρη. «Στη Νέα Υόρκη πήγα χωρίς λεφτά. Δούλευα σε ένα εστιατόριο, έκανα διάφορα installations με έναν Αυστριακό φίλο και συγκυριακά έπαιξα στο “Closer”, που σκηνοθέτησε η γυναίκα μου στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού, περπάτησα πάρα πολύ, έκανα rollerblades, είδα θέατρο, χορό, γνώρισα ανθρώπους». Οι άνθρωποι και τα ταξίδια λειτουργούν μ’ έναν τρόπο καταλυτικό στη ζωή του. Αναφέρεται συχνά στην κουβέντα μας στους φίλους του στον Εβρο, στους φίλους από το σχολείο, στους φίλους που έκανε όσο καιρό έμεινε στην Κρήτη για τα γυρίσματα του «Νησιού». Οσο για τα ταξίδια, μοιάζουν με μια φυγή που τον κυνηγά και την κυνηγάει. Με αυτή την ιδιότυπη εκδοχή τού «κλέφτες κι αστυνόμοι» έχει καταφέρει να βρεθεί είτε για γυρίσματα ταινιών είτε ως αυτόνομος ταξιδιώτης σε μερικά από τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου για τους πιο απίθανους λόγους - όπως το πρώτο ταξίδι του στην Πορτογαλία, που έγινε γιατί απλώς του άρεσε η σημαία της χώρας. Από τη Νέα Ορλεάνη μέχρι τη Μαλαισία κι από το Σινά μέχρι την Κίνα. Αυτόματα, η κουβέντα για το όρος Σινά μού γεννά την ερώτηση αν πιστεύει στον Θεό. Θα ανατρέξει σε ένα περιστατικό που έζησε στην Αλάσκα, όπου βρέθηκε πριν από δύο χρόνια για τα γυρίσματα της ταινίας «Forget me not», όταν το πλοιάριο που ακολουθούσε τη δική τους αποστολή βυθίστηκε. Για τον Γιάννη Στάνκογλου τίποτα δεν είναι στάσιμο, μάλλον τίποτα δεν είναι για πάντα και σίγουρα τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο. Σπουδαστής ακόμη στη δραματική σχολή, ήξερε τι ήθελε να κάνει -κόντρα στην εφηβική αμηχανία- και με ποιους ανθρώπους ήθελε να συνεργαστεί. «Οσο σπούδαζα είδα πολύ θέατρο. Κάπως έτσι έκανα τις επιλογές μου. Μου άρεσε ο Μαρμαρινός, ο Τερζόπουλος, η Μπρούσκου και τελικά συνεργάστηκα μαζί τους. Είχα άποψη για τη δουλειά μου, αλλά ήμουν και τυχερός». Μου λέει πως αυτοί οι τρεις -δύσκολοι και απαιτητικοί κατά κοινή ομολογία- σκηνοθέτες -ο ίδιος τους παρομοιάζει με καταδρομείς- ήταν που τον χαλάρωσαν και του έδωσαν τις βάσεις για να συνεχίσει.

Εξάλλου, ο Γιάννης Στάνκογλου έχει ξεκαθαρίσει εξαρχής πως στα δύσκολα δεν το βάζει στα πόδια. Οταν τον ρωτάω αν θα σκεφτόταν στη σημερινή κακή συγκυρία να επιχειρήσει μια απόδραση στο εξωτερικό κατά το προηγούμενο της Νέας Υόρκης, μου λέει: «Συνειδητά, όταν δυσκολεύουν τα πράγματα, προτιμώ να μένω. Αυτή είναι πραγματική εξέλιξη». Κάτοικος μιας δύσκολης περιοχής του κέντρου, του Ψυρρή, προσπαθεί χρόνια να βρει τη χρυσή τομή για τη συνύπαρξη ντόπιων και μεταναστών. Κι η άποψη ενός ανθρώπου που περπατάει καθημερινά το κέντρο της πόλης ίσως μπορεί να δώσει τροφή για σκέψη στη -στο πόδι- δημόσια συζήτηση για το Μεταναστευτικό που, καθώς φαίνεται, δεν οδηγεί σε τολμηρές λύσεις: «Δεν μπορείς να πετάς ή να διώχνεις τους μετανάστες. Εκείνο που πρέπει να τους δώσεις είναι όνειρο, μια ελπίδα. Οι Ελληνες, αν και είμαστε φιλόξενοι ως λαός, νομίζω ότι δεν μπορούμε να κάνουμε το άλμα στη σκέψη μας και να δούμε πως στην πραγματικότητα δεν φταίει ο μετανάστης αλλά η πολιτική». Και κάπως έτσι κλείνουμε μια μάλλον κυκλική κουβέντα, που ξεκίνησε από τον Εβρο και τους μετανάστες του και κατέληξε στους μετανάστες των Αθηνών και τον αφήνω να επιστρέψει στη βάση του, στη μικρή του κόρη, την οποία, μου λέει, βάζει στον μάρσιπο και μαζί χαίρονται ατέλειωτες βόλτες στο κέντρο της ανοιξιάτικης Αθήνας.

 
Πηγή:  http://www.protothema.gr/