Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Σε "σαλόνι" μεγάλης εφημερίδας η Σωτηρία Μαραγκοζάκη από την Αλεξανδρούπολη

Παρουσιάζεται σε δισέλιδο μαζί με άλλους τέσσερις νεοεμφανιζόμενους συγγραφείς για το πρώτο της μυθιστόρημα και τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να γράψει

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ
ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ




Η πολιτική επιστρέφει εμφατικά στη λογοτεχνία εμπνέοντας τους νέους συγγραφείς. Είτε κατασκοπικό, αστυνομικό, είτε κοινωνικό ή ιστορικό, είτε ψυχολογικό ή ερωτικό, το σύγχρονο μυθιστόρημα αναζητεί τις ρίζες του στην πολιτική. Φυσιολογικά η σημερινή κρίση, απότοκος πολλαπλών υπόγειων κρίσεων που διαμόρφωσαν την ελληνική κοινωνία, οδηγεί τους συγγραφείς στην αναζήτηση των αιτίων και των αιτιατών. Με απλά λόγια, το πώς φτάσαμε ως εδώ.

Αναζητώντας τους συγγραφείς μυθιστορημάτων που θα κυκλοφορήσουν το φθινόπωρο σταματήσαμε σε πέντε πρωτοεμφανιζόμενους. Αντίθετα με άλλες χρονιές, στις οποίες δέσποζαν πρωτοεμφανιζόμενοι κάτω των 30 ετών, και οι πέντε συνομιλητές μας είναι ώριμοι, με κατασταλαγμένη επαγγελματική πορεία, φιλοσοφημένοι, με αντίληψη που αποστασιοποιείται από τις συνήθεις κομματικοποιημένες εκφάνσεις και φανερώνει έναν καθαρό, ανεξάρτητο πολιτικό λόγο, ο οποίος εκφέρεται αβίαστα. Οι συγγραφείς αυτοί μπορεί να μη διακρίνονται (ακόμη) για τις καινοτομικές προτάσεις τους: αντλούν έμπνευση κυρίως από τους κλασικούς, τους μεγάλους στυλίστες και τους καλούς έλληνες λογοτέχνες.

Αισθάνονται ότι κάπου διαμορφώνεται μια νέα γενιά που ίσως τους περιλαμβάνει. Κύρια χαρακτηριστικά της ο σκληρός ρεαλισμός, το παράδοξο, η αναζήτηση νέων τάσεων πολιτικής έκφρασης και κυρίως η Ιστορία - παλαιά και νεότερη - και η ερμηνεία της.

Το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος υπηρετεί ο Γρηγόρης Αζαριάδης. Εμπνευση για το πρώτο μεσογειακό πολιτικό νουάρ (polar) μυθιστόρημά του Παλιοί λογαριασμοί (εκδ. Γαβριηλίδης) αποτέλεσε η πιο περίεργη φοιτητική αποχή, εκείνη στο Deree College, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Oπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Στην τελευταία περίοδο της Δικτατορίας, καθώς και στα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, καταγράφηκαν με αρκετές λεπτομέρειες ιστορίες που αναφέρονταν σε δράσεις φοιτητών στα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Οι κινητοποιήσεις αυτές στον μεγαλύτερο βαθμό ήταν οργανωμένες από Νεολαίες κομμάτων ή από εξωκοινοβουλευτικές ομάδες. Υπήρξε όμως και μια οκτάμηνη αποχή που παρέλυσε κάθε λειτουργία μέσα στον χώρο του Αμερικανικού Κολλεγίου (Deree College), του υποτιθέμενου λίκνου του καπιταλιστικού συστήματος. Εκεί όπου φοιτούσαν τα μελλοντικά στελέχη των πολυεθνικών εταιρειών. Αυτή η αποχή, για την οποία, σύμφωνα με καθηγητές εκείνης της περιόδου στο Κολέγιο, κατατέθηκε σχετική επερώτηση στην Αμερικανική Γερουσία (!), θάφτηκε από κάθε μέσο, με εξαίρεση το "Panderma" του Λ. Χρηστάκη. Προφανώς επειδή δεν είχε καμία κομματική νομιμοποίηση. Θεώρησα λοιπόν ότι κάποιος έπρεπε να πει την ιστορία της ομάδας που πρωταγωνίστησε σε αυτή την περίεργη υπόθεση».
Για χρόνια καταβρόχθιζε βιβλία και μάλλον υποσυνείδητα έχει εμπνευστεί από αυτά, αφού «παρθενογέννηση», όπως λέει, «δεν υπάρχει». Βασικές του αναφορές συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών όπως ο Μάρκαρης, ο Καλλιφατίδης, ο Αποστολίδης και ο Γκάγκας από τον ελληνικό χώρο και από την ξένη αστυνομική λογοτεχνία οι Γάλλοι Μανσέτ και Ιζό και οι Σκανδιναβοί Σγιέβαλ-Βαλέε, Μανκέλ και Νέσμπο. «Και βέβαια η Σάρα Παρέτσκι», προσθέτει.
Στην ερώτηση για ποιον λόγο γράφει, μας παραπέμπει στα λόγια του ήρωά του, ο οποίος σε κάποιο παραληρηματικό ξέσπασμα λέει: «Η περίφημη σιωπηλή πλειοψηφία βολεύεται στους καναπέδες τα σαββατόβραδα, συζητάει με τους καλούς φίλους πάνω από ιταλικές σπεσιαλιτέ και κόκκινο κρασί, κατακεραυνώνει τους κλέφτες και τους διεφθαρμένους και επαυξάνει με ενθουσιασμό τη σκληρή κριτική των στημένων τηλεοπτικών σχολιαστών για επίορκους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς».
Και καταλήγει: «Μέσα σε αυτή τη λοβοτομημένη κοινωνία εμφανίζεται ένας τύπος που λέει "όχι, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η νιρβάνα του καναπέ του σαββατόβραδου και τη Δευτέρα το πρωί πάλι στη δουλειά, να καταπίνω την εκμετάλλευση και την καταπίεση του κάθε αφεντικού"».
Ο ίδιος θεωρεί ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς με εξαιρετικό ενδιαφέρον. «Και τα πράγματα θα εξελιχθούν πολύ καλύτερα αν επικρατήσει η τάση του αστυνομικού μυθιστορήματος με ευρύτερες πολιτικοκοινωνικές αναφορές. Ο Χάμετ και ο Τσάντλερ δεν είναι τόσο μακρινή ιστορία όσο νομίζουν πολλοί. Αλλωστε η κοινωνική συγκυρία προσφέρει πεδίο δόξης λαμπρό για τη νέα γενιά των ελλήνων αστυνομικών συγγραφέων».

Τα δραματικά γεγονότα του '91
Ο Γιώργος Κακούρος, που διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, εμπνεύστηκε από την Ελλάδα του τέλους του προηγούμενου αιώνα για το μυθιστόρημά του Η ρωγμή (εκδ. Καστανιώτη). «Εμπνευση για την ιστορία μου ήταν τα δραματικά γεγονότα που έζησα το 1991. Δύσκολες οικογενειακές στιγμές, έντονες κοινωνικές αναταραχές στην Ελλάδα, κατάρρευση των χωρών του "υπαρκτού" σοσιαλισμού και ριζική αλλαγή της μέχρι τότε μορφής του κόσμου. Πώς αισθάνονταν εκατομμύρια κομμουνιστών, ιδιαίτερα οι Ελληνες, που βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, έχασαν οικογένειες για ένα όραμα που διαψεύστηκε; Από την άλλη, αναρωτιόμουν αν πράγματι ένιωθαν απόγνωση ή πίστευαν ότι ο αγώνας τους άξιζε τον κόπο, έστω και με αυτή την εξέλιξη. Ενα άλλο θέμα προβληματισμού μου ήταν ο χρόνος και η διαλυτική φθορά του. Το βιβλίο λοιπόν έχει ως βάση την ιστορία ενός νεαρού το 1991 (το παρόν του βιβλίου) η οποία λειτουργεί ως αφετηρία για "συζητήσεις" με ιστορίες του παρελθόντος που επηρέασαν την ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα».
Αποφάσισε να γράψει αφού πρώτα είχε συγκεντρώσει όγκο σημειώσεων με σκέψεις, γεγονότα, ανθρώπους. «Η καταγραφή ήταν μια ανάγκη για μένα και με χαλάρωνε. Ηταν βέβαια χύμα σκέψεις, χωρίς συγκεκριμένη μορφή και δομή. Αργότερα έγιναν αναγκαστικά πιο συνοπτικές και συνεπώς πιο δομημένες».
Το να γίνουν αυτές οι σκόρπιες λέξεις μυθιστόρημα δεν ήταν εύκολη δουλειά. «Είχα δυσκολία στο να προσαρμοστώ στην απαίτηση αυστηρής οργάνωσης του υλικού και λιτής γραφής. Συχνά ξέφευγα. Διαπίστωσα πως η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια επώδυνη διαδικασία, αν όμως καταφέρεις να την ολοκληρώσεις είναι κυριολεκτικά λυτρωτική».
Οι επιρροές του είναι πολλές: ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Οδυσσέας Ελύτης, η Διδώ Σωτηρίου, η Μάρω Δούκα, αλλά και οι Μάρκες, Φόκνερ, Ντάρελ, Λιόσα και Μποβουάρ. Τον συγκινούσαν «με τον τρόπο που αποδίδουν τη φθοροποιό επίδραση του χρόνου».
Δεν δηλώνει καλός γνώστης της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά πιστεύει ότι υπάρχει μια θετική δυναμική στη σύγχρονη γενιά συγγραφέων και θεωρεί ότι «υπάρχει μια ποιοτική στροφή στο αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και έντονος προσανατολισμός σε θέματα της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας, ένδειξη πως οι συγγραφείς αναζητούν τις αιτίες για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα στο κοντινό παρελθόν».

Με δύναμη από τους κλασικούς
Προτού να τον γνωρίσουμε ως συγγραφέα, ο Βασίλης Καραγιώργος ήταν γνωστός ως εκδότης. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Alter ego (εκδ. Μεταίχμιο) είναι μια «αλλιώτικη ιστορία». Ξετυλίγεται γύρω από ένα ανώνυμο χειρόγραφο που φθάνει στα χέρια ενός μικρού αλλά επιτυχημένου εκδότη και καταφέρνει να τραβήξει αμέσως το ενδιαφέρον του, καθώς βλέπει στις σελίδες του να σκιαγραφούνται χαρακτήρες που έχουν σημαντικές ομοιότητες με τον ίδιο και μέλη της οικογένειάς του.
Ο Βασίλης Καραγιώργος δυσκολεύτηκε να αφήσει πίσω τη δουλειά του ως εκδότη και να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Ωσπου «αποφάσισα να καταφύγω στον εκδότη Βασίλη Καραγιώργο. Σκέφτηκα ότι, αν τον έβαζα να συνεργαστεί με τον επίδοξο συγγραφέα, μπορεί μαζί να ξεδιάλυναν την κατάσταση. Αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης συνάντησης είναι το Alter ego».
Υποστηρίζει ότι είναι «από εκείνους που δεν γράφουν για να πουν μια ιστορία που δεν τους αφορά στο παραμικρό. Να στήσουν μια περιπέτεια, λόγου χάρη, με ήρωες που συναρπάζουν το αναγνωστικό κοινό, αλλά δεν μιλούν για τις πνευματικές τους ανησυχίες. Βλέπω δηλαδή αυτή τη διαδικασία ως μια αμφίδρομη επικοινωνία συγγραφέα - κοινού. Μια δύσκολη διαδικασία. Οσο για την αναγνώριση, αυτή είναι η ανταμοιβή που ζητεί στο τέλος οποιοσδήποτε δημιουργεί κάτι και αποφασίζει να μην το κρατήσει στο συρτάρι του».
Οι πνευματικές αναφορές του βρίσκονται στους κλασικούς: στη βαθιά ανάλυση του Προυστ, στους ήρωες του Ντοστογέφσκι, στην ατμόσφαιρα του Κάφκα, στις στιλιστικές επιτηδεύσεις του Τζόις, στη διαφορετική θέαση του κόσμου μέσα από την μπορχεσιανή ματιά, αλλά και στον Σαίξπηρ, που «στέκεται σαν γέφυρα ανάμεσα σε αυτούς και στο αρχαίο δράμα, στο ομηρικό έπος και στη μυθολογία».
Πιστεύει ότι ανήκει σε μια νέα γενιά συγγραφέων. Βλέπει να υπάρχουν «αρκετοί φρέσκοι δημιουργοί που προσπαθούν να αφουγκράζονται γόνιμα τις συγκαιρινές ροπές. Δεν μπορώ να πω βέβαια με σιγουριά ότι η ανάγκη να κατανοηθεί η πραγματικότητα έχει γεννήσει νεωτερισμούς. Αποψή μου είναι ότι το σημερινό αδιέξοδο είναι από εκείνα που προκαλούν κοσμογονικές αντιδράσεις και εύλογα θα γεννήσει ιδέες για την υπέρβασή του, κατά συνέπεια και καινούργιες λογοτεχνικές τάσεις».

Η στρατιωτική θητεία και η Ελλάδα της κρίσης
Ο Σπύρος Λίγκας ζει στο εξωτερικό. Μας συστήνεται με ένα αστυνομικό-κατασκοπευτικό μυθιστόρημα που έχει τίτλο Εγκλημα στην ταξιαρχία (εκδ. Πόλις). Εχει ως αφορμή τον φόνο μιας αρχιλοχίου γύρω από τον οποίον τυλίγεται το πολιτικο-στρατιωτικό κουβάρι των ελληνοτουρκικών σχέσεων. «Ηθελα να αφήσω πίσω μου κάτι από τους δεκαοκτώ μήνες της στρατιωτικής θητείας, να περιγράψω ορισμένες πτυχές της δύσκολης ζωής των στρατιωτικών» εκμυστηρεύεται ο συγγραφέας.
«Ηθελα επίσης να γράψω μια ιστορία για την Ελλάδα του σήμερα, για τις σχέσεις της με την Τουρκία, για τους λαθρομετανάστες, την άνοδο της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού, τους δράκους των σωμάτων ασφαλείας αλλά και τη μάχη που πολλά στελέχη του Στρατού και της Αστυνομίας εξακολουθούν να δίνουν κάθε μέρα για τη σωστή και νομοταγή λειτουργία τους και για τον σεβασμό που τους αξίζει, επειδή ακόμα πιστεύουν σε αυτό που υπηρετούν. Αφορμές ήταν μια ξαφνική προσωπική ανάγκη να γυρίσω πίσω στα παλιά, στην ατμόσφαιρα της στρατιωτικής θητείας, και μια πληθώρα ειδήσεων της επικαιρότητας».
Ο Σπύρος Λίγκας δηλώνει ότι γράφει επειδή του κάνει «καλό, στην ψυχή και στη σκέψη». Γιατί έτσι νιώθει ότι επικοινωνεί με την Ελλάδα και τους έλληνες αναγνώστες. Εχει φύγει από το 1990 και εκτός από τους 18 μήνες του στρατού έχει περάσει όλα τα υπόλοιπα ως σήμερα χρόνια στο εξωτερικό. Οπως λέει, «γράφοντας στη μητρική μου γλώσσα ιστορίες, παραμύθια - γιατί όχι; -, έχω την αίσθηση ότι είμαι ακόμα εκεί, ότι η οργανική μου σχέση με την πατρίδα μου υπάρχει ακόμα και ότι είναι δυνατή».
Οι αναφορές του είναι πολλές, οι συγγραφείς όμως που του άνοιξαν δρόμους είναι ο Ζορζ Σιμενόν, ο Γκρέιχαμ Γκριν, ο Βλαντίμιρ Βολκόφ και ο Ζαν-Κλοντ Ιζό. Εχει επηρεαστεί επίσης από το γαλλόφωνο και αγγλόφωνο roman noir, κυρίως από τον Τιερί Ζονκέ και τον Ρέιμοντ Τσάντλερ. Πρωταγωνιστικό ρόλο στις επιρροές του έχουν παίξει ακόμη ο Μ. Καραγάτσης και η γενιά του '30 αλλά και ο Εμίλ Ζολά και ο Κάρολος Ντίκενς.

Ο Σπύρος Λίγκας αισθάνεται ότι ανήκει σε μια νέα ευρωπαϊκή Γενιά συγγραφέων «που βλέπουν τα πράγματα πιο μαύρα, που κάνουν ρεαλιστικές ακτινογραφίες των κοινωνιών στις οποίες ζουν... Σαν να επιστρέφει σκοτεινότερος ο ρεαλισμός».

Αναζητώντας την ιστορική αλήθεια
Η δημοσιογράφος από την Αλεξανδρούπολη Σωτηρία Μαραγκοζάκη επέλεξε ως πρώτη μυθιστορηματική της εμφάνιση ένα ιστορικό μυθιστόρημα με προσωρινό τίτλο Υπατος (εκδ. Κέδρος). Η ίδια λέει ότι «το ίδιο το θέμα τη διάλεξε». Ο ήρωάς της είναι ο Αριστείδης Στεργιάδης, «κόκκινο πανί για τους μικρασιάτες πρόσφυγες και - δυστυχώς - εξακολουθεί να είναι για τους απογόνους τους. Η σφοδρότητα και η τραγικότητα των γεγονότων της Καταστροφής, ο πόνος του ξεριζωμού, έστειλαν στο πυρ το εξώτερο της Ιστορίας το όνομά του με αποτέλεσμα να "ξεχαστεί" η περίοδος της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης, το πολυσήμαντο και πολυδιάστατο έργο που είχε συντελεστεί κάτω από την άγρυπνη καθοδήγηση και την επίβλεψη προσωπικά του Στεργιάδη. Αλλωστε είναι γνωστό το φαινόμενο εξαγωγής ιστορικών συμπερασμάτων που εμφανίζονται ως αντικειμενικά γιατί χρησιμοποιούν στοιχεία σωστά, αλλά όχι πλήρη». Η Σωτηρία Μαραγκοζάκη γράφει «γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, γιατί μου αρέσει να παιδεύομαι και να παιδεύω τους δικούς μου ανθρώπους. Για να επικοινωνήσω θα ήταν, ίσως, η ορθή απάντηση».
Πιστεύει ότι υπάρχει μια νέα γενιά συγγραφέων «που δεν βολεύονται, τους έλκει το παράδοξο, το αλλόκοτο, αναζητούν νέα εκφραστικά όρια, έχουν προωθημένο λεξιλόγιο και υπαινικτικό λόγο, πειραματίζονται με τεχνικές γραφής, δείχνουν να θέλουν να ωθήσουν τη γλώσσα στα άκρα, αμφισβητούν κανόνες (άλλωστε μόνο μια νεκρή γλώσσα έχει απαρέγκλιτους κανόνες), ενσωματώνουν στοιχεία της καθαρεύουσας στη δημοτική, σκαλίζουν την Ιστορία, αφουγκράζονται την επικαιρότητα, απορρίπτουν διαχωρισμούς της λογοτεχνίας. Και αυτά γεννούν αισιοδοξία μα και προσδοκίες». Τέλος, ανατρέχει πάντα στις σταθερές λογοτεχνικές της αναφορές: τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Κ. Θεοτόκη (και το αριστουργηματικό του διήγημα «Πίστομα»), τον Καραγάτση, τη Μαρία Ιορδανίδου, τη Διδώ Σωτηρίου, αλλά και τον Ντοστογέφσκι, τον Αντρέγεφ, τον Τζόις, τον Κάφκα και τον Οργουελ.